include_once("common_lab_header.php");
Excerpt for Vocabulaire Grec Moderne - Les Verbes by , available in its entirety at Smashwords





Vocabulaire grec moderne

illustré par des exemples




LES VERBES








Copyright 2018 Hermes Language Reference

Smashwords Edition

 



Introduction

 

Ce livre s'adresse aux apprenants du grec moderne qui désirent enrichir leur bagage lexical (ou bien pour être capables de lire des textes en grec moderne, ou bien pour aborder plus facilement l’étude du grec ancien). 


Le vocabulaire traité ici, centré sur les verbes, présente plusieurs façons d'utiliser les verbes les plus fréquents en grec moderne, moyennant nombreux exemples.

 

Dans les phrases données comme exemples, d’autres correspondances lexicales entre le grec et le français (substantifs, adverbes, adjectifs) sont aussi signalées. 



Le cas échéant, des traductions littérales de certaines structures syntaxiques grecques ont été fournies. 


A la fin de ce livre on trouvera quelques fables d’Ésope en grec moderne (et grec ancien aussi, afin de mettre en relief les similitudes de vocabulaire, pour ceux qui souhaitent approfondir leur connaissance du grec ancien), annotés avec indications lexicales.


En parcourant ces fables, le lecteur pourra retrouver des verbes qui ont été traités dans la première partie de ce livre.


Les fables sont disponibles sur Wikisource sous la licence libre Creative Commons BY-SA 3.0 et la licence de documentation libre GNU (https://el.wikisource.org/wiki/Αισώπου_Μύθοι)





A. Les verbes



 κουβεντιάζω

converser, discuter, bavarder, délibérer

≈≈≈


Γιατί το κουβεντιάζουμε;

Pourquoi avons-nous cette discussion?


δεν έχει νόημα να υνεχίσουμε να κουβεντιάζουμε για το θέμα αυτό. 

Il n’y a aucun intérêt à continuer de discuter sur ce thème. 


Πράγματι, ενώ κουβεντιάζουμε για την ενέργεια, πουλάμε το μέλλον μας.

En effet, lorsque nous discutons de l’énergie, c’est notre avenir que nous jouons / vendons.


Πρέπει να περάσουμε από τις συζητήσεις στην εφαρμογή αυτών που κουβεντιάζουμε.

Il faut passer des débats à la mise en œuvre de ce dont nous délibérons.


Καλύτερα να επιστρέψω στη δουλειά μου... παρά να κουβεντιάζω στο τηλέφωνο.

Il serait mieux de me remettre au travail, plutôt que de bavarder au téléphone.


Αντί να κουβεντιάζεις γιατί δεν πας στην κουζίνα να βοηθήσεις;

Au lieu de bavarder pourquoi ne va tu pas à la cuisine pour aider ?

  ◊◊◊◊


αποθαρρύνω

décourager

αποθαρρύνω μια προσπθεια - décourager un effort

≈≈≈

Η κοινοτική δράση δεν πρέπει να αποθαρρύνει τη λήψη προληπτικών μέτρων.

  L'action communautaire ne doit décourager les actions de prévention.

Ο στόχος να αποθαρρύνονται οι οδηγοί να οδηγούν υπό την επήρεια τοξικών ουσιών δεν επιτυγχάντεται.

L’objectif visant à décourager les personnes de conduire sous l'influence de l'alcool n’est pas atteint.

◊◊◊◊

ξεχνω (passif ξεχνιμαι; passé ξχασα et passif ξεχστηκα)

oublier ; passif - être distrait 

≈≈≈

Ξεχστηκα και ργισα.

J’ai été distrait et je suis en retard.

Ξεχασα τα γυαλι μου.

J’ai oublié mes lunettes.

Ας μην ξεχνάμε ότι η σκιά του συνεχίζει να είναι παρούσα.

N'oublions pas que son ombre continue de planer (litt. être présente).

◊◊◊◊

απονέμω  

décerner, rendre hommage, donner, attribuer, assigner, repartir

απονέμω βραβεο – décerner un prix

απονέμω τιμ - rendre honneur

Απονέμω τα εύσημα – rendre hommage

≈≈≈

Είναι μεγάλη μου τιμή που απονέμω σήμερα αυτό το βραβείο. 

C’est pour moi un immense honneur que de décerner ce prix.

Παρόλο που απονέμω απερίφραστα τα εύσημα στο έργο του εισηγητή μας, δεν θέλω να τον ακούω να μιλά επί του θέματος.

Même si je rends un hommage solennel au travail de notre rapporteur, je ne veux plus l’entendre évoquer ce sujet.

Απονέμω τα εύσημα στο συνάδελφο για την καλή και μετριοπαθή έκθεσή του.

J'adresse mes compliments à notre collègue pour son rapport excellent et équilibré.

 Ο παρών κανονισμός δεν απονέμει ούτε διατηρεί δικαίωμα σε περισσότερες παροχές της ίδιας φύσης. 

Le présent règlement ne confère ni ne maintient le droit de bénéficier de plusieurs prestations de même nature.

◊◊◊◊

περνώ/περναώ (passé πρασα)

traverser, passer

περνώ απέναντι - traverser

περνώ λαθραία - passer en contrebande

περνώ τη νύχτα - passer la nuit

περνώ τον Ρουβίκωνα - franchir le Rubicon, passer le Rubicon

≈≈≈

Περνώ τώρα σε ορισμένα επιμέρους σημεία της υπό συζήτηση έκθεσης. 

Je passe maintenant à certains points spécifiques du rapport en discussion

Περνώ στη συνέχεια στις προτάσεις της έκθεσης. 

Ceci étant, j'en viens à la partie constructive du rapport

Κάθε φορά που περνάει μια ωραία κοπέλα, όλα τα αγόρια μετατρέπονται σε ασυνάρτητοι ηλίθιοι.

Chaque fois qu'une jolie fille passe, les garçons se transforment en idiots.

◊◊◊◊

αφήνω (passé φησε)

laisser, abandonner, partir, rapporter 

αφήνω άναυδο / εμβρόντητο - stupéfier, surprendre, ébahir, épater, étonner

αφήνω πίσω μου – laisser derrière soi

αφνομαι στα χδια κποιου – s’abandonner aux caresses de quelqu’un

αφήνω κρδι – rapporter des bénéfices

≈≈≈


Αφήνω στον κύριο D. την ευθύνη όσων σχολίασε. 

Je laisse à Monsieur D.  la responsabilité de ses commentaires.

Αφήνω άλλους να εξετάσουν τις οικονομικές και περιβαλλοντικές πτυχές της συνεχιζόμενης χρήσης τους. 

Je laisse aux autres le soin de défendre leur utilisation continue sur le plan économique et environnemental.

Η επιχερηση δεν φησε κρδι

L’entreprise n’a rapporté aucun bénéfice.

Η άτυπη συνεδρίαση με αφήνει συγκρατημένα αισιόδοξο. 

La réunion informelle me laisse prudemment optimiste.

Με αφήνει άναυδο η παρατηρητικότητά σου.

Ton sens de l'observation est éblouissant/me laisse perplexe.

◊◊◊◊

ακουμπαώ  

toucher, heurter, déposer, s’appuyer, dépendre, compter sur

ακουμπαώ στους αγκωδες  - s’accouder

ακουμπαώ την άβυσσο - se trouver au bord du gouffre

≈≈≈


Ακουμπαώ το βιβλο στο τραπζι

Je dépose le livre sur la table.

Η αυτοκινητοβιομηχανία δεν ακουμπά την άβυσσο. 

L’industrie automobile ne se trouve pas au bord du gouffre.


η συζήτηση σήμερα ανοίγει ένα μεγάλο κεφάλαιο, το οποίο δεν έχουμε ακουμπήσει ακόμα σοβαρά.

La discussion d’aujourd’hui a trait à un très vaste sujet que nous avons à peine effleuré.

Στη δοκιμή ανατροπής η τραβέρσα οροφής είναι το σημείο που ακουμπά πρώτο το έδαφος.

Lors de l’essai de renversement, c’est le renfort de toit qui heurte le sol en premier.
◊◊◊


 κρεμώ/ κρεμάω

suspendre, planer, accrocher, pendre, tenir

≈≈≈


Η ζωή ενός ανθρώπου κρέμεται από μία κλωστή. 

La vie d’un homme ne tient qu’à un fil.


Ο καθένας προσπάθησε να στολίσει το δικό του χριστουγεννιάτικο δέντρο κρεμώντας πάνω του μερικές προσωπικές ασημένιες γιρλάντες. 

Chacun s’est efforcé de garnir son propre arbre de Noël en y accrochant quelques guirlandes personnelles.

Η δαμόκλειος σπάθη της απόλυσης κρέμεται πάνω από τα κεφάλια χιλιάδων εργαζομένων 

L’épée de Damoclès que représente un licenciement plane au-dessus des têtes de plusieurs milliers d’employés.

η επιβίωση ορισμένων ειδών κρέμεται τώρα από μία κλωστή.

La survie de certaines espèces ne tient maintenant plus qu’à un fil.


η τύχη αυτής της γυναίκας κρέμεται από τις αποφάσεις που πρόκειται να ληφθούν τις επόμενες ώρες.

Le destin de cette femme est suspendu aux décisions qui vont être prises au cours des prochaines heures.

◊◊◊◊

 ανακλώ

 mirer, refléter

≈≈≈

Η αιτιολογική ανακλά την ερμηνεία αυτή. 

Le standard reflète cette interprétation.


Η αύξηση δεν ανακλά με πιστότητα τον βαθμό πραγματικής ανάπτυξης μιας κοινωνίας. 

La croissance ne reflète pas précisément le degré de développement réel d'une société.


Το σχολείο πρέπει να ανακλά την κοινωνική σύνθεση της κοινότητας και να μην αποτελεί γκέτο για κανέναν. 

L’école doit refléter la composition sociale de la communauté et ne saurait être un ghetto pour qui que ce soit.

◊◊◊◊

 τραβώ / τραβάω

tirer, mener, tracer

τραβώ από τη μύτη - mener par le bout du nez

τραβάω προσοχήattirer lattention

≈≈≈

Κάποιος από πίσω τραβάει τα νήματα.

On a quelqu'un derrière qui tire les ficelles.

 

Δεν μπορείτε να κάνετε ένα φυτό να αναπτυχθεί τραβώντας του τα φύλλα!

On ne fait pas grandir une plante en tirant sur les feuilles!


Δεν μπορούμε απλώς να τραβάμε γραμμές στον χάρτη.

Nous ne pouvons pas simplement tracer des lignes sur des cartes.


Το σχοινί δεν πρέπει να το σπρώχνουμε αλλά πρέπει να το τραβάμε. 

On ne peut pousser une corde, il faut la tirer.


Θα εξασκηθούμε στο πως να τραβάμε την προσοχή χωρίς να δείχνουμε ότι προσπαθούμε.

Nous allons pratiquer l'art de nous faire remarquer/attirer l’attention sans avoir l'air d'essayer.

◊◊◊◊

αγανακτώ 

 s'indigner ; s’irriter

αγανακτώ εναντον κποιου - s’indigner contre quelqu’un

≈≈≈

Ορισμένοι από εμάς φτάνουμε στο σημείο να αγανακτούμε.

Certains d'entre nous finissent par s'irriter.

Έχουμε κάθε λόγο να αγανακτούμε βλέποντας τις συνέπειες από τη χρήση των όπλων αυτών. 

Il y a de quoi être indigné devant les conséquences de l'utilisation de ces armes.

Αγανακτώ πάρα πολύ με την ιδέα ότι το απεριόριστο δικαίωμα των ανθρώπων για εργασία θα περιοριζόταν σε 48 ώρες εργασίας την εβδομάδα. 

Je n’apprécie pas du tout l’idée que le droit absolut des hommes de travailler soit limitée à une semaine de travail de 48 heures.

◊◊◊◊

 συνωμοτώ

comploter

≈≈≈

Θέλετε να συνωμοτήσουμε, έτσι;

Vous voulez que nous conspirions n'est-ce pas?


Σξέρω που συνωμοτείτε για να πάρετε την εξουσία

Je sais que complotez de prendre le pouvoir.


Αν συνωμοτήσουν με στόχο να παρεμποδίσουν τις μεταρρυθμίσεις, εμείς θα υπερασπιστούμε τα συμφέροντα του πολίτη. 
S’ils conspirent pour bloquer les réformes, nous défendrons les intérêts des citoyens.


Ενώ εσείς παραπονιόσασταν για τις ελευθερίες εξτρεμιστές συνωμοτούσαν εναντίον αυτής της χώρας.

Tandis que vous vous lamentiez à propos des libertés civiles, des extrémistes complotaient contre le pays.

◊◊◊◊


 υπηρετώ

servir, être au service

≈≈≈


Κάθε διοικητής τμήματος υπηρετεί τον δήμαρχο.

Chaque chef de département est au service du maire.


Θα συνεχίσω να υπηρετώ αυτό τον σκοπό όπως μπορώ.

Je continuerai à servir cette cause autant que faire se peut.


Εξελέγην για να φροντίζω το λαό που υπηρετώ.

 j’ai été élu pour veiller aux intérêts des personnes que je sers.

◊◊◊◊


 βάζω 

mettre, placer, ranger

βάζω δάχτυλο - doigter

βάζω μπρος - commencer, débuter, démarrer

βάζω όλα τα αβγά μου σε ένα καλάθι - mettre tous ses œufs dans le même panier

βάζω στη δουλειά - fonctionner, travailler

βάζω τις φωνές - engueuler, gronder, réprimander, crier dessus

≈≈≈

βάζω λουλούδια σε βάζα 

Je mets des fleurs dans des vases.

Γιατί βάζεις σε κίνδυνο τη ζωή του;

Pourquoi veut-tu mettre ta vie en danger?

Βάζει πράγματα στα πιο περίεργα μέρη.

Elle range les choses de façon absurde.

Γιατί δεν βάζεις μπρος το αμάξι;

Pourquoi tu ne démarres pas la voiture?


Θα συνεχίσεις να μου βάζεις τις φωνές?

Tu continueras à me crier dessus?


Βάζω στοίχημα ότι φωτισμένα δείχνουν καλύτερα.

Je parie qu'ils sont encore plus beaux la nuit, illuminés.

◊◊◊◊

  βγάζω transitif (passé βγλα)

extraire, retirer, tirer, sortir, arracher, pousser, produire, aboutir, gagner

βγάζω από τη μέση - en finir avec, liquider, supprimer

βγάζω νόημα – comprendre, être cohérent

βγάζω κπ έξω – sortir qqn

βγάζω λεφτά / χρήματα - faire fortune, s'enrichir, gagner d’argent

βγάζω σάλια - baver

βγάζω τα ρούχα – se déshabiller

≈≈≈

Βγάλε τα ρούχα σου.

Déshabille-toi.

 

Μην βγάλεις το κράνος!

Ne retire pas ton masque!


Δεν θέλετε να βγάλετε χρήματα;

Vous ne voulez pas gagner d'argent?


Γιατί βγάζεις τα γάντια σου;

Pourquoi enleves-tu tes gants?

Σας βγάζω το καπέλο

Je vous tire mon chapeau.

Δεν το βγάζω αυτό από το μυαλό μου.

Je ne l'invente pas (litt. je ne le tire pas de mon esprit)

Μπορώ να σε βγάλω από αυτή τη φυλακή.

Je peux vous faire sortir de cette prison.

◊◊◊◊


 βγαίνω intransitif (passé βγκα)

sortir, dépasser, mener, aboutir, gagner, paraître, pousser 

≈≈≈


Εγώ βγαίνω στη θάλασσα να ψαρέψω.

Je sors pêcher en mer.


Ο Πρόεδρος ζητεί από τον να μη βγαίνει εκτός θέματος. 

M. le Président lui a demandé à de s'en tenir au sujet (litt. ne pas sortir hors du sujet)

Όταν βγαίνω από το χωριό μου, βρίσκομαι καταμεσής σε μια μοναδική γεωργική περιοχή.

Lorsque je sors de mon village, je me retrouve au milieu d’une zone agricole unique.

Το συμπέρασμα που βγαίνει από το σχέδιο είναι ότι μάλλον πρόκειται για συσκότιση της κατάστασης. 

La conclusion qui ressort de ce projet est qu’il s’agit plutôt d’embrouiller la situation.

 ◊◊◊◊  

 

παίρνω (passé πρα)

prendre 

παίρνω διαζύγιο - divorcer

παίρνω με το μέρος μου - convaincre, convertir, inspirer

παίρνω πίσω - retirer, supprimer

παίρνω την πρωτοβουλία / το θάρρος - prendre la liberté

παίρνω στα σοβαρά - prendre au sérieux

≈≈≈

Μην τους παίρνεις στα σοβαρά.

Ne les prenez pas trop au sérieux.

Ότι παίρνεις, το γυρνάς πίσω διπλό.

Tout ce qu'on te donne/tu prends, tu le rends au double.

Του πραν το δπλομα οδγης.

On lui a confisqué son permis.  

Αν χάσεις, δεν παίρνεις τίποτα.

Si tu perds, tu n'auras rien (litt. tu ne reçois/prends rien).

Παίρνω έναν υπνάκο πριν βγω.

Je vais faire une sieste avant de sortir.

◊◊◊◊

βρέχω

pleuvoir, mouiller, tremper, asperger, pisser  

βρεχω τα παποτσια  - tremper ses chaussures

≈≈≈

Βρεχει καταρρακτωδς.

Il pleut à verse.


Δεν βρέχει, αλλά ψιχαλίζει

Il ne pleut pas, il bruine.


Τώρα, περισσότερο παρά ποτέ, δεν βρέχει ποτέ για όλους. 

Il faut se mouiller, maintenant plus que jamais. (litt. il ne pleut pas pour tous)
◊◊◊◊


συνθλίβω

écraser, laminer, détruire, étrangler

≈≈≈


Ο λαιμός του θύματος είχε συνθλιβεί.

La victime a été étranglée.


Μια καλή δύναμη κατοχής δεν πρέπει ποτέ να συνθλίβεται.

Une force d'occupation habile ne doit jamais écraser.


Ο ανθρώπινος παράγοντας συνθλίβεται από την επέλαση του πιο βάρβαρου καπιταλισμού.

Le facteur humain est laminé sous la rouleau compresseur du capitalisme le plus sauvage.

◊◊◊◊

γδέρνω

écorcher, escroquer


γδέρνω κρανίο - scalper

≈≈≈

γδέρνει τους καταναλωτές.

Il escroque les consommateurs.

Του αρέσει να “γδέρνει” τους φορολογούμενους.

Il aime tirer dans les pattes du contribuable.

Ο χοιρινό σφάγιο γδέρνεται για να αφαιρεθεί το δέρμα. 

La viande est découennée pour éliminer la peau

◊◊◊◊

 γέρνω

basculer, pencher

≈≈≈


Ο πινκας γρνει.

Le tableau penche.


Το όχημα γέρνει προς μια τάφρο. 

Le véhicule bascule dans une fosse.

 

διασφαλίζει ότι το πλοίο δεν γέρνει.

Il veille à ce que le navire reste d'aplomb.

Γέρνει σαφώς τη ζυγαριά υπέρ αυτών.
La balance penche lourdement en leur faveur.
◊◊◊◊

γερνάω

 vieillir

≈≈≈

Γιατί το να γερνάμε για πολλούς σημαίνει το να κινδυνεύουμε να γίνουμε πτωχότεροι ;

Pourquoi vieillissement rime-il, pour beaucoup, avec risque d'appauvrissement (litt. signifie que nous sommes en danger de devenir pauvres? )

 

Όλοι μας γερνάμε και θέλουμε να δούμε τον ουρανό όσο ζούμε ακόμα εμείς. 

Nous prenons tous de l’âge et nous aimerions bien voir le ciel de notre vivant.

Όπως σωστά είπες, ότι γερνάμε, σημαίνει ότι ξανανιώνουμε.

Comme tu l'as dit avec raison, que l'on vieillit, cela veut dire que l'on rajeunit.

◊◊◊◊

διαμαρτύρομαι

 protester

διαμαρτύρομαι για μια αδικα - protester contre une injustice 

≈≈≈


Διαμαρτύρομαι για όσα είπαν εδώ. 

Je proteste contre ce qui a été dit ici.

Διαμαρτύρομαι γι’ αυτό το τέχνασμα διότι είναι βαθύτατα αναληθές. 

Je proteste contre ce stratagème, car il est fondamentalement déloyal

Διαμαρτυρήθηκα και χθες για αυτό - και δεν διορθώθηκε - διαμαρτύρομαι σήμερα για τρίτη φορά! 

Je m'en suis plaint hier - ce n'est pas réglé - je réitère mes critiques aujourd'hui pour la troisième fois.

Οι καλλιεργητές μήλων σύντομα θα διαμαρτύρονται για τις χαμηλές τιμές.

Les producteurs de pommes protesteront bientôt contre les bas prix .

◊◊◊◊

 εγκατασταίνω

installer, s’établir, sinstaller

≈≈≈


Εάν θέλει να εγκατασταθεί μόνιμα, πρέπει να δεχθεί τις παραδόσεις και τον πολιτισμό της χώρας που επέλεξε.

Si elle veut s’installer pour toujours, elle doit accepter les traditions et les cultures du pays qu’elle a choisi.


Ένας δικηγόρος που θέλει να εγκατασταθεί σε άλλο κράτος οφείλει να διαλύσει την εταιρεία του.

Un avocat qui veut s’établir dans un autre Etat doit dissoudre sa société.
◊◊◊◊


επαινώ

glorifier, rendre hommage, féliciter, recommander

≈≈≈

Επαινώ και εγώ την ενεργητικότητα του

Je rends, mois aussi, hommage à son l'énergie

Υμμερίζομαι τις απόψεις σας και επαινώ την προσήλωσή σας.

Je partage vos vues et fais l’éloge votre engagement.

Επαινώ τους εκλογείς που επέδειξαν σύνεση.

Je félicite les électeurs pour leur bon sens (litt. qui ont montrés du bon sens/prudence)

Επαινώ την προσέγγιση αυτή.

Je recommande cette approche.  

Οι στοργικοί επίσκοποι επαινούν τους ικανούς αδελφούς και αδελφές που έχουν τα προσόντα και θέλουν να μετακομίσουν για να βοηθήσουν άλλες γλωσσικές ομάδες.

Quand des frères et sœurs capables et possédant les qualités requises souhaitent aller soutenir un groupe étranger, les surveillants les approuvent.

◊◊◊◊


 επιβαρύνω

 aggraver, accabler, alourdir, charger

επιβαρύνω τη θση μου - aggraver sa situation


Purchase this book or download sample versions for your ebook reader.
(Pages 1-40 show above.)