include_once("common_lab_header.php");
Excerpt for Vocabulaire Grec Moderne - Les Verbes by , available in its entirety at Smashwords


 

 

 


 

Vocabulaire grec moderne

illustré par des exemples

 

 

 

LES VERBES

 

 

 

 

 

 

 

Copyright 2018 Hermes Language Reference

Smashwords Edition

 

 


  Introduction 

 

 

  

Ce livre s'adresse aux apprenants du grec moderne qui désirent enrichir leur bagage lexical.

 

Le vocabulaire traité ici, centré sur les verbes, présente plusieurs façons d'utiliser les verbes les plus fréquents en grec moderne, moyennant nombreux exemples.

  

Dans les phrases données comme exemples, d’autres correspondances lexicales entre le grec et le français (substantifs, adverbes, adjectifs) sont aussi signalées. 

 

Le cas échéant, des traductions littérales de certaines structures syntaxiques grecques ont été fournies.  

 

A la fin de ce livre on trouvera quelques fables d’Ésope en grec moderne, que nous avons annotés avec des indications lexicales.

 

En parcourant ces fables, le lecteur pourra retrouver des verbes qui ont été traités dans la première partie de ce livre.

 

Les fables sont disponibles  sur Wikisource sous la licence libre Creative Commons BY-SA 3.0 et la licence de documentation libre GNU (https://el.wikisource.org/wiki/Αισώπου_Μύθοι).

 

Pour les lecteurs de langue anglaise, nous recommandons le volume « Modern Greek Vocabulary – The Verbs» que nous avons publié dans notre projet, Ajax Fast-Track Languages.

 

 

 

 

 



A. Les verbes 

 

πιάνω

prendre, rattraper, comprendre

≈≈≈

 

Πιάνω το χέρι του.

Je prends son bras.

 

Πιάνεις το νόημα!

Tu sais de quoi je parle!

 

Πάντα θα είσαι εκεί για να με πιάνεις.

Tu serais toujours là pour me rattraper.

 

Δεν νομίζω πως πιάνεις πόσο χάλια είμαι.

Je ne crois pas que tu comprends à quel point je suis dans la merde.

 

Τα ποντίκια κρύβονταν και ο γάτος δεν μπορούσε πια να τα πιάνει. (Esope)

Les souris se cachaient, et le chat ne pouvait plus les saisir.

 

Ένα γεράκι,  που δέν είχε τίποτε άλλο να φάει, πιάνει το αηδόνι. (Esope)

Un faucon, qui n’avait rien d’autre à manger, s’empare du rossignol.

 

Ο γάτος έπιασε έναν κόκορα και ήθελε μια πρόφαση για να τον φάει. (Esope)

Le chat saisit un coq et cherchait un prétexte pour le manger.

◊◊◊◊

   

θέλω  (past ήθελα)

vouloir

≈≈≈≈

       

Δεν θέλω να γκρινιάζω.

Je ne veux pas me plaindre.

 

Δεν θέλετε να βγάλετε χρήματα;

Vous ne voulez pas gagner d'argent?

 

Δεν θέλω να σε ακούω να μιλάς επί του θέματος. 

Je ne veux plus t’entendre évoquer ce sujet

 

Θέλει να σε γνωρίσει, αλλά ντρέπεται. 

Elle veut te rencontrer, mais elle est gênée

 

Δεν θέλω να τον ενοχλώ όταν δουλεύει.

Je déteste le déranger quand il travaille.

 

Μία καλοιακούδα ζήλεψε τον αετό, οπότε θέλησε να κάνει το ίδιο. (Esope)

Un geai envia le faucon, et voulut donc l’imiter (litt. faire la même chose)

 

θέλοντας να προσελκύσει κάποιους, φώναζε πως το αγαλμα αυτό είναι αγαθοποιός (Esope)

Voulant attirer quelques (clients), il criait que cette statue était bienfaisante.

 

Ο γάτος έπιασε έναν κόκορα και ήθελε μια πρόφαση για να τον φάει. (Esope)

Le chat saisit un coq et cherchait/voulait un prétexte pour le manger.

 

Εάν θέλει να εγκατασταθεί μόνιμα, πρέπει να δεχθεί τις παραδόσεις και τον πολιτισμό της χώρας που επέλεξε. 

Si elle veut s’installer pour toujours, elle doit accepter les traditions et les cultures du pays qu’elle a choisi

◊◊◊◊

 

κάνω   

do, make   

≈≈≈≈  
 

Σας υπόσχομαι ότι θα κάνω ό,τι μπορώ. 

Je vous promets de faire de mon mieux. 

 

Με κάνει να ζαλίζομαι.

Ça me fait tourner la tête.

 

Τι κάνεις όταν όλος σου ο κόσμος αλλάζει εν ριπή οφθαλμού;

Que faites-vous quand toute votre vie change en un clin d'œil?

 

Το μόνο που κάνουν είναι να κοιμούνται, να πίνουν και να πηγαίνουν στην τουαλέτα. 

Tout ce qu'ils font c'est dormir, boire et aller à la toilette. 

 

Δεν μπορώ να πω τι πρέπει να κάνει, αυτό που μπορώ να πω είναι τι θα έκανα εγώ. 

Je ne peux pas (te) dire qu’est ce qu’il doit faire, je peux (te) dire qu’est ce que je ferais moi-même.

 

Τί να κάνουμε, τέτοια είναι η ζωή μας. (Esope)

Il n’y a rien a faire (litt. que fassions nous), c’est comme ça notre vie.

 

Μία καλοιακούδα ζήλεψε τον αετό, οπότε θέλησε να κάνει το ίδιο. (Esope)

Un geai envia le faucon, et voulut donc l’imiter (litt. faire la même chose)

◊◊◊◊


 

λέω  (past είπα, subjunctive να πω) 

dire, parler

≈≈≈≈   

Μα τι είναι αυτά που λέω;  

De quoi est-ce que je parle?  
 

Οπουδήποτε πηγαίνω μου λένε ότι χρειάζονται την Ευρώπη. 

Partout où je me rends, on me dit qu’on a besoin de l’Europe. 
 

Δεν μπορώ να πω τι πρέπει να κάνει, αυτό που μπορώ να πω είναι τι θα έκανα εγώ. 

Je ne peux pas (te) dire qu’est ce qu’il doit faire, je peux (te) dire qu’est ce que je ferais moi-même.

◊◊◊◊

 

κατοικώ

habiter, vivre

≈≈≈≈

 

Κατοικώ στο Παρίσι.

Jhabite à Paris.

 

Γιατί κατοικείς στις ερημιές; (Esop)

Pourquoi habites-tu dans le desert?

 

Μια αλεπού και ένας αετός κατοικούσαν κοντά κοντά. (Esop)

Un renard et un aigle habitaient tout prés l’un de l’autre.

◊◊◊◊

 

πετυχαίνω (passé πετύχα)

réussir, accomplir, fonctionner ; obtenir ; rencontrer (par hasard), se cogner contre

 

επιτυγχάνω

réussir, accomplir, parvenir à

≈≈≈≈

 

Τίποτα δεν πετυχαίνει. 

Rien ne fonctionne. 

  

Και τι θα πετύχαινες με αυτό; 

Et qu'est-ce que tu vais accomplir avec ça? 

 

Το βέλος πέτυχε τον στόχο. 

La flèche a touché  la cible.

 

Tην πετύχαμε στο ταχυδρομείο.  

Nous l’avons rencontrés  au bureau de poste.

 

Είναι πολλά αυτά που θα ήθελα να πετύχω.

Il y a tant des choses que je voudrais accomplir.

 

Αυτά τα αποτελέσματα πετυχαίνονται με ένα εξαιρετικά χαμηλό κόστος. 

Ces résultats s'obtiennent à un coût extrêmement bas. 

 

Όταν βάζεις στόχους και τους πετυχαίνεις, νιώθεις καλά με τον εαυτό σου. 

Quand on se fixe des objectifs et qu’on les réalise, on est content de soi. 

 

Τα αγαθά ουδείς επιτυγχάνει ταχέως. (Esope)

Personne ne parvient rapidement à son bien.

---------

 

τριγυρίζω/τριγυρνάω

errer, déambuler, flâner

 ≈≈≈≈

 

Τριγυρίζω στους δρόμους.

Je flâne sur les rues.

 

Ο Αίσωπος δέν είχε δουλειά  και τριγυρίζοντας μπήκε σε ένα ναυπηγείο. (Esop)

Esope n’avait rien à faire, et flânant, entra dans un chantier naval.

◊◊◊◊

 

 κουβεντιάζω

converser, discuter, bavarder, délibérer

≈≈≈

 

Γιατί το κουβεντιάζουμε;

Pourquoi avons-nous cette discussion?

 

Αντί να κουβεντιάζεις γιατί δεν πας στην κουζίνα να βοηθήσεις;

Au lieu de bavarder pourquoi ne va tu pas à la cuisine pour aider ?

 

Δεν έχει νόημα να συνεχίσουμε να κουβεντιάζουμε για το θέμα αυτό. 

Il n’y a aucun intérêt à continuer de discuter sur ce thème. 

 

Πράγματι, ενώ κουβεντιάζουμε για την ενέργεια, πουλάμε το μέλλον μας.

En effet, lorsque nous discutons de l’énergie, c’est notre avenir que nous jouons / vendons.

 

Πρέπει να περάσουμε από τις συζητήσεις στην εφαρμογή αυτών που κουβεντιάζουμε.

Il faut passer des débats à la mise en œuvre de ce dont nous délibérons.

 

Καλύτερα να επιστρέψω στη δουλειά μου... παρά να κουβεντιάζω στο τηλέφωνο.

Il serait mieux de me remettre au travail, plutôt que de bavarder au téléphone.

◊◊◊◊

 

αποθαρρύνω 

décourager 

  

αποθαρρύνω μια προσπάθεια - décourager un effort 

≈≈≈ 

  

Η κοινοτική δράση δεν πρέπει να αποθαρρύνει τη λήψη προληπτικών μέτρων.  

  L'action communautaire ne doit décourager les actions de prévention. 

  

Θα αποθαρρύνω τις τροπολογίες που τείνουν να μειώσουν τις απαιτήσεις της Ένωσης .  

Je découragerais tout amendement tendant à atténuer les exigences de l’Union. 

  

Ο στόχος να αποθαρρύνονται οι οδηγοί να οδηγούν υπό την επήρεια τοξικών ουσιών δεν επιτυγχάντεται. 

L’objectif visant à décourager les personnes de conduire sous l'influence de l'alcool n’est pas atteint. 

◊◊◊◊ 

  

ξεχνάω (passif ξεχνιέμαι; passé ξέχασα et passif ξεχάστηκα

oublier ; passif - être distrait  

≈≈≈ 

  

Ας μην ξεχνάμε ότι η σκιά του συνεχίζει να είναι παρούσα. 

N'oublions pas que son ombre continue de planer (litt. être présente). 

  

Ξεχάστηκα και άργισα. 

J’ai été distrait et je suis en retard

  

Ξεχασα τα γυαλιά μου. 

J’ai oublié mes lunettes. 

◊◊◊◊ 

  

απονέμω  

décerner, rendre hommage, donner, attribuer, assigner, repartir 

  

απονέμω βραβείο – décerner un prix 

απονέμω τιμή - rendre honneur 

Απονέμω τα εύσημα – rendre hommage

≈≈≈ 

  

Είναι μεγάλη μου τιμή που απονέμω σήμερα αυτό το βραβείο.  

C’est pour moi un immense honneur que de décerner ce prix

  

Παρόλο που απονέμω απερίφραστα τα εύσημα στο έργο του εισηγητή μας, δεν θέλω να τον ακούω να μιλά επί του θέματος. 

Même si je rends un hommage solennel au travail de notre rapporteur, je ne veux plus l’entendre évoquer ce sujet

  

Απονέμω, συνεπώς, τα εύσημα στο συνάδελφο για την καλή και μετριοπαθή έκθεσή του. 

C'est pourquoi j'adresse mes compliments à notre collègue pour son rapport excellent et équilibré. 

  

 Ο παρών κανονισμός δεν απονέμει ούτε διατηρεί δικαίωμα σε περισσότερες παροχές της ίδιας φύσης.  

Le présent règlement ne confère ni ne maintient le droit de bénéficier de plusieurs prestations de même nature. 

◊◊◊◊ 

  

περνώ/περναώ (passé πέρασα) 

traverser, passer 

  

περνώ απέναντι - traverser 

περνώ λαθραία - passer en contrebande 

περνώ τη νύχτα - passer la nuit 

περνώ τον Ρουβίκωνα - franchir le Rubicon, passer le Rubicon 

≈≈≈ 

  

Περνώ τώρα σε ορισμένα επιμέρους σημεία της υπό συζήτηση έκθεσης.  

Je passe maintenant à certains points spécifiques du rapport en discussion 

  

Περνώ στη συνέχεια στις προτάσεις της έκθεσης.  

Ceci étant, j'en viens à la partie constructive du rapport 

  

Κάθε φορά που περνάει μια ωραία κοπέλα, όλα τα αγόρια μετατρέπονται σε ασυνάρτητοι ηλίθιοι. 

Chaque fois qu'une jolie fille passe, les garçons se transforment en idiots.

 

Έχουν περάσει 40 χρόνια από τότε που άρχισα να πετώ ο ίδιος.  

Quarante ans se sont passés depuis que j’ai commencé à voler moi-même. 

 

Κλαίει πολύ, αλλά θα του περάσει.

Elle pleure beaucoup, mais ça va passer.

 

Πρέπει να περάσουμε από τις συζητήσεις στην εφαρμογή αυτών που κουβεντιάζουμε.

Il faut passer des débats à la mise en œuvre de ce dont nous délibérons.

◊◊◊◊ 

 

αφήνω (passé άφησε) 

laisser, abandonner, partir, rapporter  

  

αφήνω άναυδο / εμβρόντητο - stupéfier, surprendre, ébahir, épater, étonner 

αφήνω πίσω μου – laisser derrière soi 

αφήνομαι στα χάδια κάποιου – s’abandonner aux caresses de quelqu’un 

αφήνω κέρδι – rapporter des bénéfices

≈≈≈ 

 

Αφήνω στον κύριο D. την ευθύνη όσων σχολίασε.  

Je laisse à Monsieur D.  la responsabilité de ses commentaires. 

  

Αφήνω άλλους να εξετάσουν τις οικονομικές και περιβαλλοντικές πτυχές της συνεχιζόμενης χρήσης τους.  

Je laisse aux autres le soin de défendre leur utilisation continue sur le plan économique et environnemental

  

Η επιχείρηση δεν άφησε κέρδι 

L’entreprise n’a rapporté aucun bénéfice

 

Άφησε την πόρτα ανοικτή για να μπαίνει καθαρός αέρας. 

Il laissa la porte ouverte pour que d’air frais puisse entrer. 

  

Η άτυπη συνεδρίαση με αφήνει συγκρατημένα αισιόδοξο.  

La réunion informelle me laisse prudemment optimiste. 

 

Ο Δίας επέτρεψε στον αετό να αφήσει τα αυγά στην αγκαλιά του (Esope)

Dieu donna la permission à l’aigle de laisser ses œufs sur ses genoux.

 

Με αφήνει άναυδο η παρατηρητικότητά σου.

Ton sens de l'observation est éblouissant/me laisse perplexe.

◊◊◊◊ 

 

(προσ)ελκύω/έλκω

attirer

≈≈≈≈

 

Ελκύει τις γυναίκες με την εμφάνισή του.

Il attire les femmes avec son apparence.

 

Το μέλι ελκύει τις μέλισσες.

Le miel attire les abeilles.

 

θέλοντας να προσελκύσει κάποιους, φώναζε πως το αγαλμα αυτό είναι αγαθοποιός (Aesop)

Voulant attirer quelques (clients), il criaient que cette statue était bienfaisante.

◊◊◊◊

 

ακουμπαώ  

toucher, heurter, déposer, s’appuyer, dépendre, compter sur 

  

ακουμπαώ στους αγκωδες  - s’accouder

ακουμπαώ την άβυσσο - se trouver au bord du gouffre

≈≈≈ 

  

η συζήτηση σήμερα ανοίγει ένα μεγάλο κεφάλαιο, το οποίο δεν έχουμε ακουμπήσει ακόμα σοβαρά. 

…la discussion d’aujourd’hui a trait à un très vaste sujet que nous avons à peine effleuré

  

Στη δοκιμή ανατροπής η τραβέρσα οροφής είναι το σημείο που ακουμπά πρώτο το έδαφος. 

Lors de l’essai de renversement, c’est le renfort de toit qui heurte le sol en premier. 

  

Ακουμπαώ το βιβλίο στο τραπέζι 

Je dépose le livre sur la table. 

  

Η αυτοκινητοβιομηχανία δεν ακουμπά την άβυσσο.  

L’industrie automobile ne se trouve pas au bord du gouffre

◊◊◊ 

 

 κρεμώ/ κρεμάω

suspendre, planer, accrocher, pendre, tenir

≈≈≈ 

     

Ο καθένας προσπάθησε να στολίσει το δικό του χριστουγεννιάτικο δέντρο κρεμώντας πάνω του μερικές προσωπικές ασημένιες γιρλάντες.  

Chacun s’est efforcé de garnir son propre arbre de Noël en y accrochant quelques guirlandes personnelles.

  

Η δαμόκλειος σπάθη της απόλυσης κρέμεται πάνω από τα κεφάλια χιλιάδων εργαζομένων  

L’épée de Damoclès que représente un licenciement plane au-dessus des têtes de plusieurs milliers d’employés

  

Η ζωή ενός ανθρώπου κρέμεται από μία κλωστή.  

La vie d’un homme ne tient qu’à un fil

 

η επιβίωση ορισμένων ειδών κρέμεται τώρα από μία κλωστή.

La survie de certaines espèces ne tient maintenant plus qu’à un fil.

 

Η τύχη αυτής της γυναίκας κρέμεται από τις αποφάσεις που πρόκειται να ληφθούν τις επόμενες ώρες.

Le destin de cette femme est suspendu aux décisions qui vont être prises au cours des prochaines heures.

 

Ο γάτος κρεμάστηκε από έναν πάσσαλο  και προσποιούνταν τον πεθαμένο (Esope)

Le chat s’est suspendu d’une cheville et faisait semblant d’être mort.

◊◊◊◊ 

 

 ανακλώ 

 mirer, refléter 

≈≈≈ 

  

Το σχολείο πρέπει να ανακλά την κοινωνική σύνθεση της κοινότητας και να μην αποτελεί γκέτο για κανέναν.  

L’école doit refléter la composition sociale de la communauté et ne saurait être un ghetto pour qui que ce soit

  

Η αύξηση δεν ανακλά με πιστότητα τον βαθμό πραγματικής ανάπτυξης μιας κοινωνίας.  

La croissance ne reflète pas précisément le degré de développement réel d'une société. 

  

Η αιτιολογική ανακλά την ερμηνεία αυτή.  

Le standard reflète cette interprétation

◊◊◊◊ 

 

 τραβώ / τραβάω

tirer, mener, tracer 

  

τραβώ από τη μύτη - mener par le bout du nez 

τραβάω προσοχήattirer lattention

≈≈≈ 

  

Το σχοινί δεν πρέπει να το σπρώχνουμε αλλά πρέπει να το τραβάμε.  

On ne peut pousser une corde, il faut la tirer

 

Κάποιος από πίσω τραβάει τα νήματα.

On a quelqu'un derrière qui tire les ficelles.

  

Δεν μπορείτε να κάνετε ένα φυτό να αναπτυχθεί τραβώντας του τα φύλλα! 

On ne fait pas grandir une plante en tirant sur les feuilles! 

  

Δεν μπορούμε απλώς να τραβάμε γραμμές στον χάρτη. 

Nous ne pouvons pas simplement tracer des lignes sur des cartes.

 

Θα εξασκηθούμε στο πως να τραβάμε την προσοχή χωρίς να δείχνουμε ότι προσπαθούμε.

Nous allons pratiquer l'art de nous faire remarquer sans avoir l'air d'essayer.

◊◊◊◊ 

 

αγανακτώ  

 s'indigner ; s’irriter 

  

αγανακτώ εναντίον κάποιου - s’indigner contre quelqu’un 

≈≈≈ 

  

Ορισμένοι από εμάς φτάνουμε στο σημείο να αγανακτούμε. 

Certains d'entre nous finissent par s'irriter

  

Έχουμε κάθε λόγο να αγανακτούμε βλέποντας τις συνέπειες από τη χρήση των όπλων αυτών.  

Il y a de quoi être indigné devant les conséquences de l'utilisation de ces armes. 

  

Αγανακτώ πάρα πολύ με την ιδέα ότι το απεριόριστο δικαίωμα των ανθρώπων για εργασία θα περιοριζόταν σε 48 ώρες εργασίας την εβδομάδα.  

Je n’apprécie pas du tout l’idée que la liberté de travailler des gens soit limitée à une semaine de travail de 48 heures. 

◊◊◊◊ 

  

 συνωμοτώ 

comploter 

≈≈≈ 

  

Θέλετε να συνωμοτήσουμε, έτσι; 

Vous voulez que nous conspirions n'est-ce pas? 

  

Αν συνωμοτήσουν με στόχο να παρεμποδίσουν τις μεταρρυθμίσεις, εμείς θα υπερασπιστούμε τα συμφέροντα του πολίτη.  

S’ils conspirent pour bloquer les réformes, nous défendrons les intérêts des citoyens. 

  

Σας ξέρω όλους εσάς που συνωμοτείτε για να πάρετε την εξουσία 

Je sais que vous et vos amis complotez de prendre le pouvoir

 

Ενώ εσείς παραπονιόσασταν για τις ελευθερίες εξτρεμιστές συνωμοτούσαν εναντίον αυτής της χώρας.

Tandis que vous vous lamentiez à propos des libertés civiles, des extrémistes complotaient contre le pays.

◊◊◊◊ 

 

 υπηρετώ

servir, être au service

≈≈≈ 

 

Κάθε διοικητής τμήματος υπηρετεί τον δήμαρχο.

Chaque chef de département est au service du maire.

 

Θα συνεχίσω να υπηρετώ αυτό τον σκοπό όπως μπορώ.

Je continuerai à servir cette cause autant que faire se peut.

 

Εξελέγην για να φροντίζω το λαό που υπηρετώ.

 j’ai été élu pour veiller aux intérêts des personnes que je sers.

◊◊◊◊ 

 

 βάζω  

mettre, placer, ranger 

  

βάζω δάχτυλο - doigter 

βάζω μπρος - commencer, débuter, démarrer 

βάζω όλα τα αβγά μου σε ένα καλάθι - mettre tous ses œufs dans le même panier 

βάζω στη δουλειά - fonctionner, travailler 

βάζω τις φωνές - engueuler, gronder, réprimander, crier dessus

≈≈≈ 

  

Κάθομαι σε καρέκλες και βάζω λουλούδια σε βάζα  

Je m’assieds sur des sièges et mets des fleurs dans des vases. 

  

Γιατί βάζεις σε κίνδυνο τη ζωή του; 

Pourquoi veut-tu mettre ta vie en danger

  

Βάζει πράγματα στα πιο περίεργα μέρη. 

Elle range les choses de façon absurde

 

Γιατί δεν βάζεις μπρος το αμάξι;

Pourquoi tu ne démarres pas la voiture?

 

Θα συνεχίσεις να μου βάζεις τις φωνές?

Tu continueras à me crier dessus?

 

Βάζω στοίχημα ότι φωτισμένα δείχνουν καλύτερα.

Je parie qu'ils sont encore plus beaux la nuit, illuminés.

◊◊◊◊ 

  

  βγάζω transitif (passé βγάλα) 

extraire, retirer, tirer, sortir, arracher, pousser, produire, aboutir, gagner 

  

βγάζω από τη μέση - en finir avec, liquider, supprimer 

βγάζω νόημα – comprendre, être cohérent

βγάζω κπ έξω – sortir qqn 

βγάζω λεφτά / χρήματα - faire fortune, s'enrichir, gagner d’argent

βγάζω σάλια - baver 

βγάζω τα ρούχα – se déshabiller

≈≈≈ 

  

Σας βγάζω το καπέλο.  

Je vous tire mon chapeau

  

Δεν το βγάζω αυτό από το μυαλό μου. 

Je ne l'invente pas (litt. je ne le tire pas de mon esprit) 

  

Μετέφρασα τις σημειώσεις της, οπότε ελπίζω να βγάζω νόημα.  

J'ai traduit ses notes, et j'espère que je vais être cohérente (litt. je tire du sens) 

 

Μπορώ να σε βγάλω από αυτή τη φυλακή.

Je peux vous faire sortir de cette prison.

 

Βγάλε τα ρούχα σου.

Déshabille-toi.

 

Μην βγάλεις το κράνος!

Ne retire pas ton masque!

 

Δεν θέλετε να βγάλετε χρήματα;

Vous ne voulez pas gagner d'argent?

 

Γιατί βγάζεις τα γάντια σου; 

Pourquoi enleves-tu tes gants

◊◊◊◊ 

   

 βγαίνω intransitif (passé βγήκα) 

 sortir, dépasser, mener, aboutir, gagner, paraître, pousser  

≈≈≈ 

  

Όταν βγαίνω από το χωριό μου, βρίσκομαι καταμεσής σε μια μοναδική γεωργική περιοχή. 

Lorsque je sors de mon village, je me retrouve au milieu d’une zone agricole unique. 

  

Εγώ βγαίνω στη θάλασσα να ψαρέψω και δουλεύω όποτε μου είναι δυνατό.

Je sors pêcher en mer et je travaille autant que possible.

  

Ο Πρόεδρος ζητεί από τον να μη βγαίνει εκτός θέματος.  

M. le Président lui a demandé à de s'en tenir au sujet (litt. ne pas sortir hors du sujet) 

  

Το συμπέρασμα που βγαίνει από το σχέδιο είναι ότι μάλλον πρόκειται για συσκότιση της κατάστασης.  

La conclusion qui ressort de ce projet est qu’il s’agit plutôt d’embrouiller la situation

 ◊◊◊◊  

   

παίρνω (passé πήρα

prendre  

  

παίρνω διαζύγιο - divorcer 

παίρνω με το μέρος μου - convaincre, convertir, inspirer 

παίρνω πίσω - retirer, supprimer 

παίρνω την πρωτοβουλία / το θάρρος - prendre la liberté 

παίρνω στα σοβαρά - prendre au sérieux

≈≈≈ 

  

Μην τους παίρνεις στα σοβαρά. 

Ne les prenez pas trop au sérieux. 

  

Ότι παίρνεις, το γυρνάς πίσω διπλό. 

Tout ce qu'on te donne/tu prends, tu le rends au double

  

Του πήραν το δίπλομα οδήγης.

On lui a confisqué son permis

  

Αν χάσεις, δεν παίρνεις τίποτα. 

Si tu perds, tu n'auras rien (litt. tu ne reçois/prends rien). 

 

Παίρνω έναν υπνάκο πριν βγω.

Je vais faire une sieste avant de sortir.

◊◊◊◊ 

 

βρέχω 

pleuvoir, mouiller, tremper, asperger, pisser 

  

βρεχω τα παπούτσια  - tremper ses chaussures 

≈≈≈ 

  

Τώρα, περισσότερο παρά ποτέ, δεν βρέχει ποτέ για όλους.  

Il faut se mouiller, maintenant plus que jamais. (litt. il ne pleut pas pour tous) 

  

Δεν βρέχει, αλλά ψιχαλίζει 

Un malheur ne vient jamais seul (litt. il ne pleut pas, il bruine

  

Βρεχει καταρρακτωδώς. 

Il pleut à verse. 

◊◊◊◊ 

 

 συνθλίβω

écraser, laminer, détruire, étrangler

≈≈≈ 

 

Μια καλή δύναμη κατοχής δεν πρέπει ποτέ να συνθλίβεται.

Une force d'occupation habile ne doit jamais écraser.

 

Ο ανθρώπινος παράγοντας  συνθλίβεται από την επέλαση του πιο βάρβαρου καπιταλισμού.

Le facteur humain est laminé sous la rouleau compresseur du capitalisme le plus sauvage.

 

Ο λαιμός του θύματος είχε συνθλιβεί.

La victime a été étranglée.

◊◊◊◊ 

 

γδέρνω 

écorcher, escroquer 

  

γδέρνω κρανίο - scalper 

≈≈≈ 

  

E. γδέρνει τους καταναλωτές. 

E. escroque les consommateurs. 

  

Του αρέσει να “γδέρνει” τους φορολογούμενους. 

Il aime tirer dans les pattes du contribuable

  

Ο χοιρινό σφάγιο γδέρνεται για να αφαιρεθεί το δέρμα.  

La viande est découennée pour éliminer la peau 

◊◊◊◊ 

  

 γέρνω 

basculer, pencher 

≈≈≈ 

  

Το όχημα γέρνει προς μια τάφρο.  

Le véhicule bascule dans une fosse

  

διασφαλίζει ότι το πλοίο δεν γέρνει. 

Il veille à ce que le navire reste d'aplomb

  

Γέρνει σαφώς τη ζυγαριά υπέρ αυτών. 

La balance penche lourdement en leur faveur. 

  

Ο πινάκας γέρνει

Le tableau penche

◊◊◊◊ 

  

γερνάω 

 vieillir 

≈≈≈ 

  

Γιατί το να γερνάμε για πολλούς σημαίνει το να κινδυνεύουμε να γίνουμε πτωχότεροι ; 

Pourquoi vieillissement rime-il, pour beaucoup, avec risque d'appauvrissement (litt.  signifie  que nous soyons  en danger de devenir pauvres? )

  

Όλοι μας γερνάμε και θέλουμε να δούμε τον ουρανό όσο ζούμε ακόμα εμείς.  

Nous prenons tous de l’âge et nous aimerions bien voir le ciel de notre vivant. 

  

Όπως σωστά είπες, ότι γερνάμε, σημαίνει ότι ξανανιώνουμε. 

Comme tu l'as dit avec raison, que l'on vieillit, cela veut dire que l'on rajeunit. 

◊◊◊◊ 

    

διαμαρτύρομαι 

 protester 

  

διαμαρτύρομαι για μια αδικία - protester contre une injustice  

≈≈≈ 

 

Διαμαρτυρήθηκα και χθες για αυτό - και δεν διορθώθηκε - διαμαρτύρομαι σήμερα για τρίτη φορά!  

Je m'en suis plaint hier - ce n'est pas réglé - je réitère mes critiques aujourd'hui pour la troisième fois. 

  

Διαμαρτύρομαι όμως για όσα είπαν εδώ ότι γίνονται διακρίσεις.  

Mais je proteste contre ce qui a été dit ici, à savoir que quelqu'un souffre de discrimination

  

Διαμαρτύρομαι γι’ αυτό το τέχνασμα διότι είναι βαθύτατα αναληθές.  

Je proteste contre ce stratagème, car il est fondamentalement déloyal

  

Οι καλλιεργητές μήλων σύντομα θα διαμαρτύρονται για τις χαμηλές τιμές. 

Les producteurs de pommes protesteront bientôt contre les bas prix 

◊◊◊◊ 

  

 εγκατασταίνω 

installer, s’établir, sinstaller 

≈≈≈ 

  

Μια μονάδα επίδειξης θα εγκατασταθεί. 

Une centrale de démonstration sera installée. 

  

Ένας δικηγόρος που θέλει να εγκατασταθεί σε άλλο κράτος οφείλει να διαλύσει την εταιρεία του. 

Un avocat qui veut s’établir dans un autre Etat doit dissoudre sa société

  

Εάν θέλει να εγκατασταθεί μόνιμα, πρέπει να δεχθεί τις παραδόσεις και τον πολιτισμό της χώρας που επέλεξε. 

Si elle veut s’installer pour toujours, elle doit accepter les traditions et les cultures du pays qu’elle a choisi

◊◊◊◊   

 

επαινώ 

glorifier, rendre hommage, féliciter, recommander 

≈≈≈ 

  

Επαινώ και εγώ την ενεργητικότητα του κ.  

Je rends, mois aussi, hommage à l'énergie de K.  

  

Υμμερίζομαι τις απόψεις σας και επαινώ την προσήλωσή σας στα καθήκοντά σας.  

Je partage vos vues et fais l’éloge votre engagement. 

  

Επαινώ τους εκλογείς που επέδειξαν σύνεση στο πρώτο δημοψήφισμα. 

Je félicite les électeurs pour le bon sens dont ils ont fait preuve lors du premier référendum. 

  

Επαινώ την προσέγγιση αυτή. 

Je recommande cette approche

  

Οι στοργικοί επίσκοποι επαινούν τους ικανούς αδελφούς και αδελφές που έχουν τα προσόντα και θέλουν να μετακομίσουν για να βοηθήσουν άλλες γλωσσικές ομάδες. 

Quand des frères et sœurs capables et possédant les qualités requises souhaitent aller soutenir un groupe étranger, les surveillants les approuvent

◊◊◊◊ 

 

 επιβαρύνω 

 aggraver, accabler, alourdir, charger 

  

επιβαρύνω τη θέση μου - aggraver sa situation 

≈≈≈ 

  

Δεν θέλω να σας επιβαρύνω εδώ με αριθμούς, αλλά καλό θα ήταν ίσως ένα μικρό απόσπασμα.  

Je ne tiens pas à vous accabler de chiffres, mais je vous en livre toutefois un petit échantillon

  

λυπούμαι που πρέπει να επιβαρύνω τη σύνοδο, αλλά αισθάνομαι υποχρεωμένος να προβώ σε παρατήρηση επί προσωπικού ζητήματος. 

 Je regrette de devoir alourdir la session, mais je me sens obligé de faire une remarque personnelle. 

  

Επιβαρύνει τη δημόσια υγεία και είναι εμπόδιο για τη δημογραφική ανάπτυξη.  

Elle alourdit les dépenses de santé publique et freine le développement démographique. 

  

Οι δαπάνες που απορρέουν από τις εργασίες μετουσίωσης επιβαρύνουν τον αγοραστή. 

Les frais découlant des opérations de dénaturation sont à la charge de l'acheteur 

◊◊◊◊ 

     

εύχομαι 

souhaiter, espérer, être confiant 

≈≈≈ 

  

Εύχομαι δε ειλικρινά να βρεθεί μια πρόσφορη λύση. 

J’espère vraiment qu’on trouvera une bonne solution. 

  

Παρόλα αυτά, σας εύχομαι καλή τύχη για τους επόμενους έξη μήνες.  

Je vous souhaite néanmoins bonne chance pour le semestre à venir. 

  

Εύχομαι να υπάρξει η απαραίτητη βάση για σωστή λύση του προβλήματος. 

Je suis confiant que, les bases nécessaires auront été mises en place afin de résoudre de manière appropriée le problème. 

  

Εύχεται να γίνει σεβαστό το πνεύμα και το γράμμα αυτού του κανονισμού, ο οποίος αποτελεί πραγματική πρόοδο. 

Elle souhaite respecter l'esprit et la lettre de ce nouveau règlement qui constitue un vrai progrès. 

  

Εύχομαι μια καλή έκβαση στη Μέση Ανατολή. 

J'espère un dénouement positif de la situation au Moyen-Orient. 

  

Και γιατί στο καλό να ευχόμουν κάτι τέτοιο;

Et pourquoi voudrais-je devenir comme ça

◊◊◊◊ 

   

θαρρώ 

 supposer, croire   

≈≈≈ 

  

Θαρρώ πως μπορούμε να πούμε ότι οι κανονισμοί αντιπροσωπεύουν χωρίς καμία αμφιβολία την πρόοδο του πολιτισμού.  

Je crois qu’il peut être affirmé que les règlements représentent sans aucun doute un progrès pour la civilisation. 

  

θαρρώ ότι κ. διαμαρτύρεται υπερβολικά!  

Ιl me semble que Κ se plaint trop ! 

  

θαρρώ ότι η έκθεση διαμαρτύρεται υπερβολικά.  

Je suis d’avis que le rapport fait trop de protestations. 

◊◊◊◊   

  

κοιμούμαι 

dormir, se coucher 

≈≈≈ 

  

Κοιμάται στο πάτωμα, πάνω σε ένα λεπτό στρώμα. 

Il dort à même le sol, sur un fin matelas. 

  

Ας εξασφαλίσουμε ότι δεν θα υπάρχουν πια άνθρωποι που κοιμούνται στο δρόμο.  

Soyons vigilants pour que plus personne ne dorme dans la rue. 

  

Οι φυλακισμένοι δεν κοιμούνται ποτέ πριν τις έξι το πρωί από φόβο ότι έχει φτάσει το τέλος τους.  

Les prisonniers ne peuvent jamais dormir avant six heures du matin, de peur que leur tour ne soit venu

 

Το μόνο που κάνουν είναι να κοιμούνται, να πίνουν και να πηγαίνουν στην τουαλέτα. 

Tout ce qu'ils font c'est dormir, boire et aller à la toilette. 

 

◊◊◊◊ 

  

 μολύνω 

 polluer, infecter, contaminer 

  

μολύνω πλήγη - infecter une plaie 

≈≈≈ 

  

Μολύνει την πολιτική ατμόσφαιρα. 

Il pollue l'atmosphère politique. 

  

Το δεξιό κύμα που έπληξε δεν πρέπει να μολύνει και την πολιτική ασφάλειας.  

La montée de la droite observée ne doit en aucun cas contaminer la politique en matière de sécurité

  

Υπάρχει αρκετός υδράργυρος σε ένα και μόνο θερμόμετρο για να μολύνει μια λίμνη είκοσι εκταρίων.  

Il y a suffisamment de mercure dans un seul thermomètre pour contaminer les poissons d’un lac de vingt hectares 

◊◊◊◊ 

  

 μπαίνω  (passé μπήκα)

 rentrer, entrer, rétrécir 

  

μπαίνω στο θέμα - entrer au cœur du sujet 

μπαίνω  σε έξοδα - dépenser beaucoup d’argent  

≈≈≈ 

  

Δεν μπορεί να μπαίνει όποιος επιθυμεί.  

Nous ne pouvons laisser entrer  tous ceux qui le souhaitent

 

Άφησε την πόρτα ανοικτή για να μπαίνει καθαρός αέρας. 

Il laissa la porte ouverte pour qu’il entre d’air frais. 

 

Μπαίνω στη θάλασσα αν δεν έχω άλλη επιλογή.  

Je ne me mouille que lorsque je n’ai pas d’autre choix (litt. - je n’entre dans la mer que….). 

  

Μπαίνω λοιπόν στον πειρασμό να απαντήσω στην ερώτησή σας με μια άλλη ερώτηση. 

Je suis alors tenté de répondre à votre question par une autre (litt. – j’entre dans la tentation

     

Τους ορίζουν έναν συνήγορο υπεράσπισης, ο οποίος σπανίως μπαίνει στον κόπο να επισκεφθεί τα άτομα ή να τους εξηγήσει τις κατηγορίες.  

On leur assigne un avocat commis d'office qui prend la peine rarement de leur rendre visite ou leur expliquer les charges qui pèsent sur eux (litt. qui entre dans la peine de….).  

  

Ο Αίσωπος δέν είχε δουλειά  και τριγυρίζοντας μπήκε σε ένα ναυπηγείο. (Esop)

Esope n’avait rien à faire, et flânant, entra dans un chantier naval.

◊◊◊◊

  

ντρέπομαι ( passé ντράπηκα) 

avoir honte, être timide, être gêné  

≈≈≈ 

  

Ντρέπομαι που στη χώρα μου, το θέμα αυτό δεν έχει αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα 

J’ai honte que dans mon pays, cette question n'a pas été prise au sérieux.  

  

Ντρέπομαι που άκουσα αυτά που ειπώθηκαν σήμερα.  

J’ai honte d’avoir dû écouter ce qui a été dit ici aujourd’hui. 

  

Νδρέπομαι για τη συμπεριφόρα μου. 

J’ai honte de mon comportement

  

Ντρέπομαι πολύ για όσα συνέβησαν εδώ.  

J’ai vraiment honte de ce qu’il s’est produit

  

Θέλει να σε γνωρίσει, αλλά ντρέπεται. 

Elle veut te rencontrer, mais elle est gênée

  

Νδρέπεται τους ξένους. 

Il est timide devant les étrangers. 

◊◊◊◊ 

  

ξεδιαλύνω 

expliquer, faire de l’ordre, faire sortir, comprendre, élucider, éclaircir 

  

ξεδιαλύνω μια υπόθεση - élucider une affaire 

≈≈≈ 

  

Χρειζόμυν απλά να ξεδιαλύνω μερικά πράγματα. 

J'avais juste besoin de faire de l'ordre dans quelques affaires. 

  

Επεξεργάζεται, και μάλλον προσπαθεί να ξεδιαλύνει κάποια πράγματα. 

Elle réfléchit, et essaie probablement de faire sortir certaines choses. 

  

Αυτό σημαίνει –και δεν ντρέπομαι να το παραδεχθώ – ότι η άποψη μου ήταν διαφορετική από τη δική σου.  

Cela implique - et je n’ai pas honte de l’admettre - que mon avis différait du tien. 

  

Αν το ξεδιαλύνετε όλο αυτό, τι γίνεται τότε; 

Si vous trouvez une réponse à tout ça, que se passera-t-t-il ensuite? 

◊◊◊◊ 

   

 ξεψυχάω 

expirer, agoniser, mourir 

≈≈≈ 

  

Μου το είπε πριν ξεψυχήσει

Il me l'a dit dans son dernier souffle/avant de mourir

  

Oνειρεύομαι ότι πεθαίνει, κι ένα δευτερόλεπτο αργότερα, ξεψυχάει. 

Je rêve qu'il meurt et voilà qu'il est raide/est mort 

◊◊◊◊ 

       

πειναώ 

avoir faim 

  

πεινάω σαν λύκος - j'ai une faim de loup 

≈≈≈ 

  

Όχι, δεν πεινάω ακόμη

Non, j'ai pas encore vraiment faim. 

  

Ο λαός του πεινάει κι αυτός τρώει σε συμπόσια. 

Ses gens meurent de faim pendant qu'il festoie. 

  

Δεν μπορείς να πεινάς και να φοβάσαι συγχρόνως. 

Tu ne peux pas avoir faim et peur en même temps. 

◊◊◊◊   

     

 πετώ/πεταώ (passif πετάγομαι/πετιέμαι) 

 voler, prendre l’avion ; lancer, jeter, éparpiller (pass. bondir, se lever d’un bond, se précipiter) 

  

πεταώ τα λεφτά μου – jeter son argent 

πεταώ κπ έξω – mettre qqn à la porte 

πετάω τη μπάλα – lancer la balle 

≈≈≈ 

  

Αυτός είναι ο λόγος που δεν φοβάμαι ποτέ όταν πετώ με αυτή την αεροπορική εταιρεία.  

C’est pourquoi je ne crains jamais de voler sur un avion de cette compagnie

  

Και έχουν περάσει 40 χρόνια από τότε που άρχισα να πετώ ο ίδιος.  

Cela fait quarante ans que je vole moi-même. 

  

Πετάχτηκε από το κρεβάτι του. 

Il a bondi de son lit. 

  

Πετάγομαι στα μαγαζιά. 

Je fais un saut dans les magazins. 

 

Η καλοιακούδα αγωνιζόταν να πετάξει.

Le geai s'efforçait à voler.

◊◊◊◊ 

     

 πέφτω (passé έπεσα

 tomber, s’abaisser, aller au lit, se jeter, sombrer, chuter, être pris, gagner, régner, aller (vêtements) 

  

  πέφτω να κοιμήθω  - aller dormir 

πέφτω σε κίνηση - être pris dans le bouchons 

πέφτω σε κατάθλιψη - sombrer dans la dépression 

≈≈≈ 

  

Δεν πέφτω στην παγίδα μιας μακάριας αισιοδοξίας.  

Je ne tombe pas dans un optimisme béat

  

Χτες έπεσα αργά

Hier je suis allé tard au lit

  

Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί τώρα πέφτετε στο επίπεδο των ίδιων πρακτικών.  

Je ne peux pas comprendre pas pourquoi vous vous abaissez aux mêmes pratiques. 

  

πέφτετε θύματα ενός από τα προγράμματα αδυνατίσματος. 

Vous tombez victime d’une cure d’amaigrissement. 

  

Κάθε λεπτό, ένας άνθρωπος πέφτει θύμα ενός όπλου κάπου στον κόσμο.  

Chaque minute, une personne est victime d’une arme à feu quelque part dans le monde. 

  

Στην Επιτροπή σας πέφτει βαριά η σκιά πολλών συγκρούσεων συμφερόντων.  

L’ombre de nombreux conflits d’intérêts plane au-dessus de (litt. pèse sur)  votre Commission. 

  

έπεσε ησυχία έξω.  

La silence est tombée/règne dehors. 

◊◊◊◊ 

     

πηγαίνω/πάω (passé πήγα) 

aller, se rendre 

≈≈≈ 

  

θα προσπαθήσω να πηγαίνω λίγο πιο αργά.

Je vais m’efforcer d’aller un peu plus lentement. 

  

Πηγαίνω κάθε χρόνο στα Κανάρια Νησιά.  

Je me rends chaque année dans les îles Canaries. 

  

Οπουδήποτε πηγαίνω μου λένε ότι χρειάζονται την Ευρώπη. 

Partout où je me rends, j’entends dire qu’on a besoin de l’Europe. 

 

Το μόνο που κάνουν είναι να κοιμούνται, να πίνουν και να πηγαίνουν στην τουαλέτα. 

Tout ce qu'ils font c'est dormir, boire et aller à la toilette. 

◊◊◊◊ 

  

 πίνω 

 boire, siroter  

≈≈≈ 

  

Μην πίνεις πολύ 

Ne bois pas trop. 

 

Πίνω στην υγειά σας με χαρά. 

Je bois volontiers à votre santé. 

 

Χαίρομαι που δεν χρειάζεται να πίνω μόνος μου. 

Je suis content de ne pas devoir boire seul. 

  

Για ποιο λόγο να δεχτώ να πίνω διαφορετικό κρασί από εκείνο που έπιναν ανέκαθεν οι προγόνοι μας.  

Pour quelle raison devrais-je accepter de boire un vin différent de celui qu'ont toujours bu nos parents ? 

  

Απολαμβάνω πάρα πολύ να πίνω μπύρα στο εστιατόριο του τρένου. 

J'ai beaucoup de plaisir à siroter une bière dans le wagon-restaurant 

     

Το μόνο που κάνουν είναι να κοιμούνται, να πίνουν και να πηγαίνουν στην τουαλέτα. 

Tout ce qu'ils font c'est dormir, boire et aller à la toilette.  . 

  ◊◊◊◊ 

  

 πλανώ 

planer 

≈≈≈ 

  

Αυτή είναι μια ευκαιρία να συμβάλουμε στην απελευθέρωσή τους από τη σκιά του φόβου που πλανιέται από την ζωή τους  

C’est une occasion pour les aider à se libérer de la peur qui plane sur leur vie. 

  

Υπάρχουν σχεδόν 100 εργοστάσια παραγωγής στην πόλη, όπου στον αέρα πλανιέται ένα άρωμα ξυδιού. 

Une centaine d’usines de production fabriquent du vinaigre dans la ville, où l’odeur de ce produit flotte dans l’air. 

◊◊◊◊ 

   

 πλένω 

 laver 

≈≈≈ 

  

Όπως πάντα, παρακαλούμε προσέξτε να πλένετε τα χέρια σας. 

Comme toujours, nous vous prions de prendre soin de bien vous laver les mains. 

  

Μην πλένεις τα χέρια σου στον νεροχύτη 

Ne te lave pas les mains dans l' évier.

  

Όταν πλένονται, το νερό που χρησιμοποιείται πρέπει να είναι είτε πόσιμο, είτε, κατά περίπτωση, καθαρό νερό. 

Lorsqu'ils sont lavés, l'eau utilisée doit être soit de l'eau potable, soit, le cas échéant, de l'eau propre. 

  

Κατά κανόνα, τα αυγά δεν πρέπει να πλένονται ή να καθαρίζονται διότι τέτοιου είδους πρακτικές μπορεί να προκαλέσουν βλάβη στο κέλυφος του αυγού. 

Il importe, en principe, que les œufs ne soient pas lavés ou nettoyés, étant donné que ces pratiques peuvent endommager la coquille.

◊◊◊◊ 

  

 πλέω 

 flotter, naviguer  

≈≈≈ 

  

Τα δύο πλοία πλέουν αποκλειστικά στα εσωτερικά ύδατα της Γαλλίας. 

Les deux bateaux naviguent exclusivement sur les eaux intérieures françaises. 

  

Τα μικρά σκάφη που πλέουν στις οδούς αυτές δεν μπορούν να τύχουν της ίδιας μεταχείρισης με τα πλοία που ταξιδεύουν στις ανοιχτές θάλασσες. 

Les petits navires qui naviguent sur ces cours d'eau ne peuvent être traités de la même manière que les navires voyageant en haute mer. 

  

Τα καράβια με τα σιτηρά πρέπει να συνεχίσουν να πλέουν. 

Les navires de grain doivent continuer de naviguer. 

◊◊◊◊ 

  

πνέω 

 souffler  

≈≈≈ 

  

Ο άνεμος που πνέει τις πρωινές ώρες είναι πολύ σημαντικός για την ωρίμαση και ξήρανση των σύκων. 

Le vent qui souffle le matin est fondamental pour la maturation et le séchage des figues

  

Υπάρχει ένας άνεμος που πνέει πάνω από τη Μεσόγειο. 

Il y a un vent qui souffle sur la Méditerranée. 

  

Το κλίμα επιπλέον εξαρτάται ιδιαιτέρως από τους ισχυρούς ανέμους που πνέουν τακτικά. 

Ce climat est en outre particulièrement influencé par les vents forts qui soufflent régulièrement 

◊◊◊◊ 

     

πονώ / πονάω 

avoir mal, faire mal, souffrir 

≈≈≈ 

 

Πες μου αν πονάει, εντάξει; 

Dis-moi si ça fait mal, d’accord ? 

  

Ξέρω πως αυτό σε πονά. 

Je sais que ça te fait mal

  

Χωρίς την δυνατότητα να πονάμε, δεν μπορούμε να νοιώσουμε τον πόνο που προκαλούμε. 

Sans la capacité de souffrir, on ne pouvait pas comprendre le mal qu'on fait

  

Πονώ κάθε φορά που έρχομαι αντιμέτωπος με αυτήν τη νοοτροπία μυστικοπάθειας.  

Je souffre chaque fois que je suis confronté à ce genre de cachotteries. 

◊◊◊◊ 

  

 σέβομαι 

 respecter, estimer 

≈≈≈ 

  

Σέβομαι τον τρόπο με τον οποίο θέσατε το θέμα σας.  

Je respecte la manière dont vous exposez votre avis. 

  

Σέβομαι όσους έχουν διαφορετική άποψη.  

Je respecte ceux qui ont un avis différent. 

  

Μ'αυτά που θα γράψω ο κόσμος θα σε σέβεται περισσότερο. 

Ce que je vais écrire aidera les gens à t’estimer davantage. 

◊◊◊◊ 

    

σέρνω 

attirer, mener, traîner, entraîner, traduire 

  

σέρνω κάποιον από τη μύτη - mener quelqu'un par le bout du nez 

σέρνω στα δικαστήριαtraduire en justice

≈≈≈ 

  

Θα έπρεπε να σέρνει κανείς κάποιον στα δικαστήρια μόνον όταν τα επιχειρήματα είναι πραγματικά ξεκάθαρα με το μέρος του.  

L’on doit uniquement traduire quelqu’un en justice si la totalité des arguments plaident en notre faveur. 

  

Είμαι μεγάλη για να σέρνομαι. 

J'ai passé l'âge de traîner par terre

  

Σέρνεται στο πεζοδρόμιο. 

II se traîne sur le trottoir. 

◊◊◊◊ 

     

σπάζω/σπάω (passé έσπασα) 

casser, briser, rompre, enfoncer, se flétrir 

  

σπάζω τον πάγο - briser la glace 

σπάω τη σιωπή - rompre la silence 

σπάω ένα συμβόλαιο  - rompre un contrat 

σπάω την πόρτα - enfoncer la porte 

σπάω τα μουτρα μου – se casser la gueule  

≈≈≈ 

     

Προσοχή, σπάει.  

Attention, ça se casse

 

Το ψωμί το οποίο σπάζουμε, δεν είναι συμμετοχή στο σώμα του Χριστού; 

Le pain que nous rompons, n’est-il pas une participation au corps du Christ ? 

  

Σο νωρίτερα σπάει η αλυσίδα αιτιών τόσο καλύτερο θα είναι.  

Plus rapidement l'on parvient à briser la chaîne de causes et d'effets, mieux cela vaut. 

  

Το δέρμα του έπασε

Sa peau s’est flétrie. 

  

Tο φύλλο θα πρέπει να είναι ικανό να λυγίζει επαρκώς χωρίς να σπάει. 

Le carton doit avoir l'aptitude appropriée pour se plier suffisamment sans casser. 

◊◊◊◊ 

     

σπέρνω 

semer  

≈≈≈ 

  

Όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες. 

Qui sème le vent, récolte la tempête

  

Θερίζεις ό τι σπέρνεις 

Tu récoltes ce que tu semes

  

Από ό τι έχω δει, όσοι σχεδιάζουν βλαβερά πράγματα και όσοι σπέρνουν προβλήματα, τα θερίζουν οι ίδιοι».—Ιώβ 4:7, 8. 

D’après ce que j’ai vu, ceux qui forgent le méfait et ceux qui sèment le malheur en feront eux-mêmes la moisson. ” — Job 4:7, 8. 

  

Μην τον ακούτε, σπέρνει το κακό. 

Ne l'écoutez pas, il sème la zizanie. 

  

Το νόμισμα έπρεπε να γίνει ισχυρό σύμβολο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αλλά αντ' αυτού, σπέρνει τη διχόνοια. 

La monnaie qui devrait être un symbole fort de l'unification européenne risque en effet de semer la discorde. 

◊◊◊◊ 

    

στέκω/στέκομαι 

(se) tenir (debout) 

≈≈≈ 

  

Στέκομαι εδώ με ανάμεικτα αισθήματα. 

Je me tiens/je suis présent ici éprouvant des sentiments contradictoires

  

Στέκομαι  μπροστά σας ως πιστός υποστηρικτής αυτού του ονείρου.  

Moi qui vous parle (litt. je me tiens devant vous), je crois fermement en ce rêve. 

  

Ο χειριστής πρέπει να στέκεται στην ασφαλή ζώνη οδήγησης.  

L'opérateur doit se tenir dans une zone de conduite sûre

◊◊◊◊ 

     

στενοχωρώ 

être trist 

≈≈≈ 

  

Μην στενοχωριέσαι, είναι ζωντανός

Ne t'inquiète pas, il est vivant

  

Δεν πειράζει, μη στενοχωριέστε 

C' est pas grave, ne vous en faites pas

  

Είσαι άρρωστη και στενοχωριέμαι που είσαι άρρωστη. 

Tu es malade, et je suis malheureux de te voir ainsi. 

◊◊◊◊ 

  

σφάλλω 

faillir, se tromper, avoir tort 

≈≈≈ 

  

Ενδεχομένως να σφάλλω, αλλά οι υποψίες υπάρχουν.  

J’ai peut-être tort, mais le doute est présent.  

  

Αναρωτιέμαι πού σφάλλω.  

Je me demande je me trompe

◊◊◊◊ 

     

σωπαίνω 

 garder le silence, s’abstenir de parler, se taire 

≈≈≈ 

  

Αν ήξεραν τι συνέβαινε, θα σώπαιναν. 

S'ils savaient ce qui s’est passé, ils garderaient le silence

  

σώπαινε εσύ! 

Tais-toi! 

  

Πρέπει να μάθουν να σωπαίνουν. 

Ils doivent apprendre à se taire

  

«Υπάρχει . . . καιρός να σωπαίνει και καιρός να μιλάει».—Εκκλησιαστής 3:1, 7. 

« Il y a [...] un temps pour se taire et un temps pour parler » (Ecclésiaste 3:1, 7). 

◊◊◊◊ 

  

τείνω 

 tendre, avoir tendance 

≈≈≈ 

  

Η στρουθοκάμηλος τείνει να τρέχει διαγράφοντας μια μεγάλη καμπύλη. 

L’autruche a tendance à courir en décrivant une large courbe. 

  

Όλες αυτές οι ασήμαντες σχέσεις τείνουν να σε φθείρουν μετά από λίγο 

Toutes ces relations inutiles tendent  à se rompre en peu de temps. 

  

Το πρόγραμμα αυτό τείνει να οδηγήσει σε δεδομένη στιγμή, στην από κοινού κατασκευή πρωτοτύπων. 

Cette affaire tend à aboutir, en temps voulu, à la construction en commun de prototypes. 

◊◊◊◊ 

     

υπόσχομαι 

 promettre, garantir, assurer 

≈≈≈ 

  

Σας υπόσχομαι διαφάνεια στο θέμα αυτό.  

Je vous promets de la transparence à ce sujet.  

  

Υπόσχομαι να σας ακούσω προσεχτικά και να απαντήσω ανάλογα με τις δυνατότητές μου.  

Je vous promets de vous écouter attentivement et de vous répondre selon mes possibilités.  

  

Σας υπόσχομαι ότι θα κάνω ό,τι μπορώ. 

Je vous promets de faire de mon mieux. 

  

Υπόσχομαι να μη σε απογοητεύσω. 

Je ne te décevrais pas, c'est promis

◊◊◊◊

  

φταίω 

être coupable, avoir tort 

≈≈≈ 

  

Δεν φταίω εγώ. 

Ce n'est pas ma faute

  

Δεν φταίω εγώ που απουσιάζατε από την αίθουσα την ώρα της ψηφοφορίας.  

Ce n'est pas ma faute si vous n'étiez pas en séance (litt. vous absentiez de la salle) au moment du vote. 

  

Φταίω και για την υπερθέρμανση του πλανήτη; 

Est-ce que je suis coupable du réchauffement climatique aussi? 

◊◊◊◊ 

  

χορταίνω 

 rassasier 

≈≈≈ 

  

Δεν έχει άσχημη γεύση, αλλά δε σε χορταίνει πολύ. 

Cela n'a pas un mauvais goût, mais ce n'est pas très nourrissant. 

 

Ανοίγεις το χέρι σου και χορταίνεις την επιθυμία κάθε ζωντανού πλάσματος 

Tu ouvres ta main et tu rassasies le désir de toute créature vivante. 

  

Δεν χορταίνεις ποτέ; 

Tu n'en as jamais assez

  

Ποτέ δεν χορταίνω να ακούω αυτή την ιστορία. 

Je ne me lasse pas d'entendre cette histoire. 

  

Οι άνθρωποι δεν φαίνεται να χορταίνουν το θάνατο (είτε αυτός είναι αποτέλεσμα πολέμου, φυσικής καταστροφής, εγκλήματος είτε ασθένειας.) 

Apparemment, le public ne se lasse pas d’entendre parler de la mort (qu’il s’agisse des victimes de guerres, de catastrophes naturelles, de crimes ou de maladies.)

◊◊◊◊ 

  

 ψέλνω/ψάλλω 

chanter (à l’église), psalmodier 

≈≈≈ 

 

Τότε άρχισα να ψέλνω έναν ύμνο. 

Alors, j’ai commencé à chanter un cantique. 

  

Άγγελοι ψέλνουν στην καρδιά μου. 

Les anges chantent dans mon cœur. 

  

Παρότι η μουσική απαγορευόταν ανέκαθεν, τώρα ψέλνουν  

Alors que la musique leur avait toujours été interdite, à présent ils chantent

◊◊◊◊ 

   

ψήνω

cuir, cuisiner

≈≈≈

 

Ψήνεις κιόλας;

Tu cuisines déjà?

 

Από πότε ψήνεις εσύ τις πίτες;

Depuis quand tu cuisines des tartes?

 

Θα μπορούσα να μάθω να ψήνω

Je pourrais apprendre à cuisiner.

 

Εκεί ψήνουν το ψωμί τους

C' est là qu'ils cuisent leur pain.

◊◊◊◊

   

γαυγίζω

aboyer

≈≈≈

 

Θυμάμαι τους χαρταετούς και έναν σκύλο που γαύγιζε.

Je me rappelle qu’il y avait des cerfs-volants et un chien qui aboyait.

 

Γαυγίζει πολύ αλλά δεν δαγκώνει.

Il aboie beaucoup, mais il ne mord pas.

 

Τα σκυλιά γαυγίζουν σαν τρελά.

Les chiens aboient comme des fous.

◊◊◊◊

  

δανείζω

prêter

δανείζομαι

emprunter, prêter 

≈≈≈

 

Θα μου δάνειζες το αυτοκίνητό σου;

Est-ce que tu pouvais me prêter ta voiture?

 

Δεν θα σε πείραζε να το δανειζόμουν;

Ça te dérange si nous l’empruntons?

 

Η Τράπεζα δανείζεται από τις κεφαλαιαγορές.

La Banque emprunte sur les marchés des capitaux

◊◊◊◊

  

ενοχλώ

déranger

≈≈≈

 

Δεν ήθελα να σας ενοχλήσω.

Je ne voulais pas vous déranger.

 

Δεν θέλω να τον ενοχλώ όταν δουλεύει.

Je déteste le déranger quand il travaille.

◊◊◊◊

   

πειράζω

taquiner, ennuyer, embêter

 

δεν πειράζει - ce n'est pas grave, peu importe, ça ne fait rien

≈≈≈

 

Σου την είπα γιατί με πείραζες.

J'ai dit ça parce que tu me taquinais.

 

Θα σε πείραζε να μου πεις το μικρό σου όνομα;

Voudrais-tu (litt. est-ce que ça t’ennuierait de) me dire ton prénom?

 

Είπε ότι δεν πειράζει.

Il a dit que c'était d'accord.

 

Αν διακυβεύετε μόνο η ζωή μου, δεν θα μα πείραζε.

S'il n'y avait que ma vie en jeu, cela ne me dérangerait pas.

 

Σε πειράζει να περπατήσω μαζί σου;

Ça t'embête si je t'accompagne?

◊◊◊◊

  

σπάω

casser, craquer, déchiffrer

≈≈≈

 

Σταματα να σπας τις αρθρωσεις σου.

Arrête simplement de faire craquer tes doigts!

 

Αν ξέρεις το μοτίβο, σπας τον κώδικα.

Si on a le modèle, on peut déchiffrer le code.

 

Σπάει όλους τους θεμελιώδης κανόνες της φυσικής.

Cela défie les/se soustrait aux lois fondamentales de la physique.

 

Απλά θέλω να βρω κάποιον που να μην μου σπάει τα νεύρα.

Je veux juste trouver quelqu'un qui ne m'énerve pas. (litt. qui ne me tape pas sur les nerfs, qui ne joue pas avec mes nerves)

 

Ο βοσκός πέταξε της κατσίκας μια πέτρα, και της έσπασε το κέρατο. (Esope)

Le berger jeta une pierre vers la chèvre, et lui brisa la corne.

◊◊◊◊

   

κερνάω

offrir un verre

≈≈≈

 

Κερνάς τον καφέ!

Á toi de payer le café.

 

Κερνάω τα ποτά.

Je vous offre un verre.

 

Θα κέρναγα και επιδόρπιο.

Je vous offrirais aussi un dessert.

◊◊◊◊

 

  νοιάζω

s’intéresser, se soucier, s’enquêter

≈≈≈

 

Δε με νοιάζει.

Moi, je m'en fiche.

 

Και σένα τι σε νοιάζει;

Pourquoi ça t'intéresse?

 

Ποιός νοιάζεται για σένα;

Qui s'inquiètes pour toi ?

 

Η υγεία μου δεν με νοιάζει.

Ce n'est pas ma santé qui m'inquiète.

 

Ήξερα ότι σε νοιάζει τι πιστεύει.

Je le savais que tu te souciais de ce qu'elle pense.

◊◊◊◊

   

βοσκώ 

 paître, faire paître 

≈≈≈ 

  

Τα αρνιά εκτρέφονται στα ορεινά εδάφη όπου βόσκουν σε ορεινό γρασίδι.  

Les agneaux sont élevés dans les zones montagneuses où ils se nourrissent d'herbes de montagne. 

  

Πρέπει να επιδείξουμε δυναμισμό και να μην υπάρξουν εξαιρέσεις για τα κοπάδια που βόσκουν στα βουνά.  

Il faut faire preuve d'une capacité d'action et ne pas faire d'exception pour le bétail qui paît dans les montagnes. 

  

Κατά τη θερινή περίοδο, οι τάρανδοι βόσκουν σε βαλτότοπους. 

En été, les rennes paissent dans des zones marécageuses. 

◊◊◊◊ 

 

αλλάζω

changer

 

αλλάζω θέση - déplacer

αλλάζω μεγέθους - redimensionner

αλλάζω τη γνώμη – changer d’avis

αλλάζω θέμα – changer de sujet

≈≈≈

 

θα το εκτιμουσα αν αλλαζες θεμα.

J'apprécierais que tu changes de sujet.

 

Όλα αλλάζουν με το χρόνο.

Les temps changent.

 

Δεν υπάρχει κάτι που θα σου άλλαζε τη γνώμη;

Y a-t-il quelque chose qui pourrait vous faire changer d'avis?

 

μην αλλάζεις θέμα.

Ne change pas de sujet.

 

Τι κάνεις όταν όλος σου ο κόσμος αλλάζει εν ριπή οφθαλμού;

Que faites-vous quand toute votre vie change en un clin d'œil?

 

Όσο πιο πολύ αλλάζουν τα πράγματα τόσο μένουν τα ίδια.

Plus les choses changent, plus elles sont les mêmes.

◊◊◊◊

 

διαλέγω

choisir

≈≈≈

 

Να διαλέγετε το προϊόν που σας ταιριάζει καλύτερα.

Choisissez le produit qui vous convient le mieux.

 

Είμαστε στο στούντιο, και διαλέγουμε τραγούδια για τον δίσκο.

Nous sommes au studio, et nous choisissons des morceaux pour l'album.

 

Αν ήσουν στη θέση μου, ποια θα διάλεγες;

Qui choisirais-tu à ma place?

◊◊◊◊

  

γκρινιάζω/παραπονιέμαι

se plaindre, râler

≈≈≈

 

αντί να σου φανώ χρήσιμη, γκρινιάζω.

Je me plains au lieu d'être utile.

 

Δεν θέλω να γκρινιάζω.

Je ne veux pas me plaindre.

 

Γιατί γκρινιάζετε;

Qu'est-ce que vous avez à râler?

 

Μην γκρινιάζεις όταν χάνεις.

Ne sois pas mauvais perdant.

 

κάποιοι γείτονές σας έκαναν παράπονα για παράξενους ήχους και μυρωδιές που βγαίνουν από το σπίτι σας.

Vos voisins se plaignent de bruits et d'odeurs venant de chez vous.

◊◊◊◊

 

κλάιω

pleurer

≈≈≈

 

Άρχισα να κλαίω από ανακούφιση που είχα βρει αυτή την υπέροχη γυναίκα.

J’ai pleuré de soulagement en rencontrant cette chère dame.

 

Πριν αρχίσω να κλαίω, ξέρεις κανείς ένα καλό ανέκδοτο;

Avant que je commence à pleurer, est-ce que quelqu'un connaît une blague?

 

Κλαίει πολύ, αλλά θα του περάσει.

Il pleure beaucoup, mais ça va lui passer.

 

Δεν θέλω να με δεις να κλαίω

Je veux pas que tu me vois pleurer

◊◊◊◊

 

κόβω

couper, découper, abattre

≈≈≈

 

Τα διαμάντια κόβουν γυαλί.

Les diamants coupent le verre.

 

Οι χειρούργοι μόνο κόβουν και ράβουν.

Les chirurgiens ne font que couper et recoudre.

 

Οι στασιαστές κόβουν δέντρα

Les mutins abattent des arbres.

 

Κόβω τις φωτογραφίες της απο τις εφημερίδες.

Je découpe toujours sa photo dans les journaux.

 

Ο βοσκός  πιάνει την καλοιακούδα και της κόβει τα φτερά. (Esope)

Le berger saisit le geai et lui coupe les plumes.

◊◊◊◊

 

καθυστερώ

être reporté, tarder

≈≈≈

 

Καθυστέρησε εξαιτίας δυσάρεστων γεγονότων.

Il a été reporté, suite à de fâcheux évènements.

 

Γιατί καθυστέρησες;

Qu'est-ce qui t’a retenu?

 

Μπορώ να το καθυστερήσω, μα θα συμβεί, και πολύ νωρίτερα απ'ό τι νόμιζα.

Je peux ralentir les choses, mais ça arrivera bien plus tôt que je le pensais.

 

Συγγνώμη, με καθυστέρησαν.

Désolé, j'ai été retardé.

◊◊◊◊

 

εξαρτάμαι

dépendre, être subordonné

≈≈≈

 

Η άδεια αυτή εξαρτάται από την εξέταση των οικονομικών αναγκών.

Cet agrément est subordonné à l’examen des besoins économiques.

 

Εξαρτάται.

Ça dépend.

 

Για εκατομμύρια Ευρωπαίων, η ποιότητα του πόσιμου ύδατος εξαρτάται από το πόσο καθαρός είναι ο Δούναβης.

Pour des millions d'Européens, la qualité de l'eau potable dépend de la propreté du Danube.

 

Η επίτευξη ικανοποιητικών αποτελεσμάτων εξαρτάται από τη χρησιμοποίηση ασφαλών και καλής ποιότητας ζωοτροφών.

Des résultats satisfaisants dépendent de l'utilisation d'aliments pour animaux sûrs et de bonne qualité.

◊◊◊◊

 

ζαλίζομαι

avoir des vertiges

≈≈≈

 

Ζαλίζομαι.

Je me sens étourdi.

 

πάντα ζαλίζομαι όταν τα φτιάχνω.

Je me sens toujours pris de vertige quand je fais ça!

 

Με κάνει να ζαλίζομαι.

Ca me fait tourner la tête.

 

Έχει πονοκέφαλο και ζαλίζεται.

Elle a mal à la tête et se sent étourdie.

◊◊◊◊

 

μεθάω

se soûler

≈≈≈

 

Όταν έφτασε ο καιρός να παντρευτώ, μεθούσα κάθε μέρα.

Quand le temps de me marier s’approchait, je me soûlais tous les jours.

 

Πολύ καλή και δεν μεθάει!

C'est très bon et ne soule pas!

 

Νόμιζα ότι θα ήσουν έξω να μεθάς.

Je croyais que tu allais sortir pour te souler

◊◊◊◊

 

ζηλεύω

jalouser, envier

≈≈≈

 

Ανησυχώ και προφανώς ζηλεύω λίγο.

Je suis nerveuse et clairement un petit peu jalouse.

 

Ζηλεύω την ουδέτερότητά σας.

 Jenvie  votre neutralité.

 

Ζηλεύω τον χρόνο που περνάτε μαζί.

Je suis jalouse du temps que vous passez ensemble.

 

Μία καλοιακούδα ζήλεψε τον αετό, οπότε θέλησε να κάνει το ίδιο. (Esope)

Un geai envia le faucon, et voulut donc l’imiter (litt. faire la même chose)

◊◊◊◊

  

δέρνω (passé δείρα) 

frapper, battre, donner une fessée 

≈≈≈ 

  

Λόγω της φτώχειας, όλο και περισσότερα παιδιά δέρνονται από τους ίδιους τους γονείς τους.  

C’est à cause de la pauvreté qu’un nombre plus élevé que jamais sont battus par leurs propres parents

  

Αυτό δεν του δίνει το δικαίωμα να δέρνει αθώους ανθρώπους. 

Ça ne lui donne pas le droit d'aller battre des gens innocents. 

  

Θα σε δείρω

Tu auras une fessée. 

◊◊◊◊ 

 

μαζεύω

ramasser, rassembler, collectionner, recueillir, récolter

≈≈≈ 

 

Το ηλεκτρόνιο μαζεύει ενέργεια για να πηδήξει σε μεγαλύτερη τροχιά.

Un électron reçoit de l'énergie pour sauter dans une orbite plus grande.

 

Εμείς μαζεύουμε τα κομμάτια.

C'est nous qui supportons (litt. collectons) les conséquences.

 

λερώθηκε καθώς μάζευε λουλούδια.

Il s'est sali en cueillant des fleurs.

◊◊◊◊ 

 

προσφέρω

apporter, distribuer, promettre, offrir, proposer, répartir, servir

 

προσφέρομαι - se porter volontaire, se proposer

προσφέρω καταφύγιο–abriter, offrir refuge

≈≈≈

 

Τους πρόσφερε ένα εκα τομμύριο δολάρια.

Il leur a promis un million de dollars.

 

Μπορώ να σας προσφέρω ένα μικρό απεριτίφ;

Puis-je vous offrir un petit apéritif?

 

Εννοείται ότι οι διασώστες θα πρέπει να προσφέρουν βοήθεια.

Il va sans dire que l’équipe de secours doit lui venir en aide.

 

Το τι ακριβώς προσφέρουν όλα αυτά, θα το μάθουμε σε 5 ως 10 χρόνια.

Ce que tout cela a apporté (litt. ce que toutes ces choses apportent), nous ne pourrons le dire que dans 5 à 10 ans.

 

Οι σπηλιές πρόσφεραν καταφύγιο σε καιρούς κινδύνου.

Les grottes offraient refuge en cas de danger.

◊◊◊◊

 

επιτίθεμαι

attaquer, agresser, assaillir

≈≈≈

 

Ποτέ δεν επιτίθεμαι σε ανώτερες δυνάμεις χωρίς αιφνιδιασμό.

Je n'attaque pas des forces supérieures sans l'effet de surprise.

 

Εγώ σε γυναίκες και γέρους, δεν επιτίθεμαι.

Je ne m'en prends pas aux femmes et aux vieillards.

 

Πρόθεση μου είναι να σου επιτίθεμαι μέχρι την ημέρα των εκλογών.

J'ai l'intention de vous attaquer jusqu'au jour de l'élection.

◊◊◊◊

 

σκίζω

déchirer, briser, réduire en miettes

≈≈≈

 

Σκίζεται η καρδιά μου.

Ça me brise le cœur

 

Ο Πρόεδρος δεν μπορεί μονομερώς να παίρνει υφιστάμενες συμφωνίες και να τις σκίζει.

Le président ne peut pas unilatéralement prendre des accords existants et les réduire en miettes.

 

η Μέση Ανατολή δε σκίζεται στη μέση σε μια διελκυστίνδα μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και του δυτικού συνασπισμού.

Le Proche-Orient n'est plus déchiré au milieu d’un conflit entre le bloc soviétique et le bloc occidental.

◊◊◊◊

 

χαϊδεύω

caliner, caresser, cajoler

≈≈≈

 

«Όταν ο-+ι ανησυχητικές μου σκέψεις πληθύνθηκαν μέσα μου, η παρηγοριά σου [του Θεού] άρχισε να χαϊδεύει την ψυχή μου».

“ Quand mes pensées troublantes se multiplièrent au-dedans de moi, tes consolations [celles de Dieu] se mirent à cajoler mon âme.

 

Οι πολιτικές των ΗΠΑ δεν σώζουν ζωές: χαϊδεύουν τα αυτιά των φανατικών συντηρητικών αμερικανών ψηφοφόρων.

Les politiques menées par les États-Unis ne sauvent pas de vies: elles ne font que flatter (litt. caresser les oreilles des) électeurs conservateurs fondamentalistes de ce pays.

◊◊◊◊

 

φροντίζω

faire attention, prendre soin, s’occuper de, veiller, respecter

≈≈≈

 

Η οικογένεια μεφροντίζει.

La famille prend soin de moi.

 

Ο γεωργός που δεν φροντίζει το έδαφός του δεν θα είναι για πολύ καιρό γεωργός.

N’importe quel agriculteur qui ne prend pas soin de ses sols ne restera pas longtemps agriculteur.

 

Ο υπάλληλος φροντίζει ώστε οι πληροφορίες να είναι σαφείς και κατανοητές.

L’agent veille à ce que les renseignements soient clairs et compréhensibles.

 

Ο άνθρωπος αισχροκερδής που δεν φροντίζει ούτε για τους θεούς έχει εύκαιρο τον αντίλογο. (Esope)

L’homme avide d’argent qui ne respecte ni même les dieux, reçoit à la bonne heure sa récompense.

◊◊◊◊

 

τρίβω

frotter, effleurer

≈≈≈

 

Τώρα, οι κυνικοί τρίβουν τα χέρια τους χαρούμενα, επειδή επινόησαν ένα αλάνθαστο στρατήγημα.

Maintenant, les cyniques se frottent les mains en jubilant d’avoir trouvés un stratagème pour ne jamais perdre.

 

Τρίβει τα μάτια του κάθε μερικά λεπτά

Il frotte ses yeux au bout de quelques minutes

 

Σταμάτα να τρίβεις έτσι τα μάτια σου.

Cesse de te frotter les yeux ainsi.

 

Πολλοί από τους ενθουσιώδεις υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς θα τρίβουν τα χέρια τους με ικανοποίηση λόγω αυτής της προοπτικής.

Beaucoup des partisans du libre marché se frotteront les mains avec allégresse à l’idée d’une telle perspective.

◊◊◊◊

 



B. Fables

 

NB Les annotations lexicales sont faites pour une lecture cursive et renvoient à la traduction de la forme primaire de l’entrée de dictionnaire (infinitif présent pour les verbes, nominatif singulier pour les adjectifs et les substantifs). Cette forme primaire est aussi indiquée en grec moderne pour les termes les plus importants.

 

En parcourant ces fables, le lecteur pourra retrouver des verbes qui ont été traités dans la première partie de ce livre.

 

 

Ψύλλα[1] καὶ βοῦς[2]

 

Ένας ψύλλος κουβέντιαζε[3] με ένα βόδι[4] και του έλεγε:

 

"Καλά, είσαι με τα καλά σου που υπηρετείς[5] τους ανθρώπους καθημερινά[6] προσφέροντάς[7] τους τόση σκληρή[8] εργασία;[9]

 

Εσύ ένα τόσο μεγάλο και δυνατό ζώο, πολύ δυνατότερο απο τον άνθρωπο, κι όμως δουλεύεις[10] για αυτόν;

 

Εγώ είμαι ένα τόσο μικρό πλάσμα,[11] κι όμως έχω τόσο θάρρος[12] να του

επιτίθεμαι,[13] να του σκίζω[14] τις σάρκες[15] με οδυνηρό[16] τρόπο και να του πίνω[17] το αίμα[18]!".

 

Το βόδι απάντησε:[19]

 

"Πάντως οι άνθρωποι με αγαπούν και με φροντίζουν[20] για το έργο που τους προσφέρω,[21] συχνά με χαϊδεύουν[22] και μου τρίβουν[23] το μέτωπο και τους ώμους.[24]

 

Τότε είπε ο ψύλλος:

 

"ώχ! τί το ήθελες και το ανάφερες[25] το τρίψιμο![26]

 

Αυτό που εσένα σε ευχαριστεί,[27] για εμάς τους ψύλλους είναι θάνατος!

 

Εκεί που χαϊδεύουν και τρίβουν εσένα, μας λιώνουν[28] εμάς χωρίς κάν να το καταλάβουν![29]

 

 

Ψύλλα καὶ ἄνθρωπος

 

Ένας ψύλλος πολύ ενοχλούσε[30] έναν άνθρωπο, τον τσιμπούσε[31] εδώ, τον τσιμπούσε εκεί, σε ησυχία[32] δέν τον άφηνε.[33]

 

Πιάνει[34] τότε ο άνθρωπος τον ψύλλο στο χέρι του κ του λέει:

 

"Ποιός είσαι εσύ που έχεις βοσκήσει όλα τα μέλη μου, χωρίς να σε πειράξω[35] ούτε κατα διάνοια έρχεσαι κ τρώς όλο μου το σώμα;"

 

Ο ψύλλος απάντησε:

 

"τί να κάνουμε, τέτοια είναι η ζωή μας, εμείς οι ψύλλοι κ κάποια άλλα πλάσματα, μύγες,[36] αλογόμυγες,[37] σκνίπες, άν δέν τσιμπήσουμε ανθρώπους να πιούμε το αίματους, δέν μπορούμε αλλιώς να ζήσουμε.

 

Για να ζήσουμε λοιπόν το κάνουμε, γι' αυτό σε παρακαλώ, μή με χτυπήσεις".[38]

 

Ο άνθρωπος κάγχασε[39] κ είπε:

 

"Θα πεθάνεις[40] τώρα στα χέρια μου.

 

Διότι είτε μικρό είναι το κακό είτε μεγάλο, πρέπει να εξαλείφεται[41] κ να μήν το αφήνουμε ούτε κάν να φυτρώνει[42] κ να εμφανίζεται[43] στον κόσμο".

 

Έτσι είπε ο άνθρωπος κ συνέθλιψε[44] τον ψύλλο στα χέρια του.

 

 

Χύτραι[45]

 

Ένας ποταμός παρέφερε μιά χύτρα μπρούντζινη[46] κ μιά πήλινη.[47]

 

Η πήλινη είπε στην μπρούντζινη:

 

σε παρακαλώ, κολύμπα[48] όσο μπορείς πιό μακριά απο εμένα, μή με πλησιάσεις,[49] γιατί άν κατα τύχη συγκρουστούμε,[50] εγώ θα γίνω κομμάτια.[51]

 

 

  Αετός[52] και αλώπηξ[53]

 

Μια αλεπού και ένας αετός κατοικούσαν[54] κοντά κοντά, και σκέφτηκαν να συνάψουν[55] επίσημη[56] συμμαχία,[57] όπως έκαμναν οι άνθρωποι με όρκο,[58] για να βοηθά ο ένας τον άλλο.

 

Αφού λοιπόν συνήψαν επίσημα φιλία, ο αετός έκανε φωλιά[59] πάνω σε ένα δέντρο, και στο ίδιο δέντρο από κάτω σε έναν θάμνο[60] μέσα η αλεπού έκανε τη δική της φωλιά, και ζούσαν μαζί ως φίλοι ο αετός με την αλεπού.

 

Μια φορά, ο αετός δεν είχε κάτι άλλο να φάει, οπότε[61] άρπαξε[62] τα νεογέννητα αλεπουδάκια και τα έφαγε μαζί με τα αετόπουλά[63] του.

 

Η αλεπού εκείνη την ώρα έλειπε[64] ψάχνοντας[65] για τροφή·

 

επέστρεψε,[66] και τι να δει, έλειπαν τα αλεπουδάκια.

 

Κατάλαβε τι συνέβη: ο αετός αντί να τα προστατέψει,[67] τα έφαγε.

 

Δεν μπορούσε όμως να κάνει τίποτα, παρα μόνο πήγε στάθηκε μακριά[68] και καταράστηκε[69] τον αετό.

 

Λίγο αργότερα συνέβη το εξής: κάπου[70] σε έναν αγρό θυσιάζαν[71] μια κατσίκα·[72]

 

οι αρχαίοι στις θυσίες[73] τους προσέφεραν[74] κάποια καλά κομμάτια απο το κρέας των θυσιαζόμενων ζώων στη φωτιά να αποτεφρωθούν,[75] έτσι να τα φάει η φωτιά και μέσω[76] της φωτιάς η τιμώμενη θεότητα.

 

Αυτά τα κομμάτια που δίνονταν στη φωτιά λεγονταν στα αρχαία θυηλαί.

 

Μιά θυηλή[77] λοιπόν που καιγόταν[78] άρπαξε ο αετός, δεν είχε καεί ακόμα, αλλά σε κάποιο μέρος του κρέατος υπέφωσκε φωτιά.

 

Φέρνει ο αετός αυτό το κομμάτι στη φωλιά του να το φάει με τα αετόπουλά του.

 

Από τη φωτιά όμως που υπέφωσκε στο κρέας, φύσηξε[79] ένας δυνατός άνεμος και απλώθηκε[80] η φωτιά στα φρύγανα[81] και ξερόκλαδα της φωλιάς, η οποία κάηκε και τα αετοπουλάκια, απτέρωτα ακόμη, πέσανε[82] στη γη, τα άρπαξε τότε η αλεπού και τα έφαγε μπροστά στα μάτια του αετού.

 

Η ιστορία διδάσκει ότι όσοι προδίδουν[83] τη φιλία, ακόμα κι άν αποφύγουν την εκδίκηση[84] αυτών πού αδίκησαν, λόγω[85] αδυναμίας των τελευταίων, δε θα γλιτώσουν[86] τη θεία τιμωρία.[87]

 

 

Αἴλουρος[88] καὶ ἀλεκτρυών[89]

 

Ο γάτος[90] έπιασε έναν κόκορα[91] και ήθελε μια πρόφαση[92] για να τον φάει.

 

Άρχισε λέγοντας:

"το έχεις παρακάνει![93]

 

κάθε νύχτα φωνάζεις και χαλάς τον ύπνο των ανθρώπων!

 

Όλοι είναι θυμωμένοι μαζί σου!"

 

-Μα, απαντά ο κόκορας, για το καλό τους το κάνω, για να ξυπνάνε την ώρα που πρέπει και να πηγαίνουν στις δουλειές τους.

 

Έτσι γλυτώνουν[94] από την τεμπελιά που είναι το πιο βλαβερό πράγμα!


Continue reading this ebook at Smashwords.
Download this book for your ebook reader.
(Pages 1-121 show above.)